Ρώσοι και Βούλγαροι επινοούν τη «Μακεδονία»

Bulgarian officers and Dimitar Opilski in Macedonia 1912 2 600x300

Η γένεση των «Σλαβομακεδόνων» ως έθνους

    Το σλαβικό αρχικώς και εν συ­νεχεία τριτοδιεθνιστικό αφήγη­μα για το Μακεδονικό Ζήτη­μα επιμένει σε μια «Μακε­δονία» που δεν περιορίζεται στην ιστορική μακεδονική πε­ριοχή, αλλά συμπεριλαμβάνει μια γεωγραφική περιοχή πολύ μεγαλύτερη, πάνω στην οποία εδράζεται και η αντίληψη για περισσότερες της μίας «Μακεδονίες». Αυτή η νέα αντίλη­ψη για τη Μακεδονία υπήρχε σε ένα βαθμό και κατά τον 19ο αιώνα αλλά εδραιώθηκε και κυριάρχησε μετά τους βαλ­κανικούς πολέμους και κυ­ρίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως γράφει και ο Douglas Dakin:

Στις αρχές του (20ού) αιώ­να, ο όρος «Μακεδονία» υποδήλωνε συνήθως τα τρία τουρκικά βιλαέτια ή επαρχίες, της Θεσσαλονί­κης, του Μοναστηριού και του Κοσόβου. Αυστηρότε­ρα αναφερόταν στο βιλαέτι της Θεσσαλονίκης και εκεί­να τα τμήματα των βιλαετίων του Μοναστηρίου και του Κοσόβου στα οποία, το 1902, διόρισε η οθωμα­νική διοίκηση έναν Γενικό Επιθεωρητή για να εφαρ­μόσει ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Δεν υπήρχε κάποιος άλλος κοινά απο­δεκτός ορισμός της Μακεδονίας. Κατά τη σύγχρονη περίοδο, η Μακεδονία δεν αποτελούσε ποτέ μια φυλε­τική ή πολιτική ενότητα και πριν από το 1902 δεν αντι­μετωπιζόταν ποτέ και ως δι­οικητική ενότητα…. Η πε­ριοχή δεν αποτελούσε ποτέ μια «φυσική περιοχή» με την γενικότερα αποδεκτή έννοια του όρου.

   Τωόντι, κατά στην πρώτη πε­ρίοδο της μεγάλης διαμάχης, κυρίως μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα, η διαμάχη αυτή αφορούσε την περιοχή της ιστορικής Μακε­δονίας που, κατά 90%, ανή­κει σήμερα στο ελληνικό κρά­τος (δεν έχουν συμπεριληφθεί μόνο η περιοχή του Μοναστηρίου, η Στρώμνιτσα, το Πετρίτσι και ορισμένες ακόμα μικρές πόλεις). Και προφανώς η αντιπαράθεση Ελλήνων και Βουλγάρων δεν αφορούσε τα Σκόπια, τα οποία είχαν πλει­οψηφικά σλαβικό βουλγαρό­φωνο πληθυσμό, αλλά κατ’ εξοχήν τη νότια και «μεσαία» οθωμανική ζώνη. Εδώ συγκα­τοικούσαν ελληνικοί (ελλη­νόφωνοι και σλαβόφωνοι), τουρκικοί και σλαβικοί, κυρί­ως βουλγαρικοί, ή έστω βουλγαρόφρονες, πληθυσμοί, μαζί με πολλούς Βλάχους, Σαρακατσάνους, Αλβανούς, και Εβραίους. Και καθώς, μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, η ρω­σική πολιτική εγκαταλείπει την αναφορά στους ορθόδο­ξους πληθυσμούς των Βαλ­κανίων και προσανατολίζεται κατ’ εξοχήν προς τους σλαβι­κούς πληθυσμούς και μόνο, ιδιαίτερα τους Βουλγάρους, στους οποίους μάλιστα προ­σπαθεί να εμφυσήσει και μια ισχυρή εθνική σλαβική συ­νείδηση, ενισχύεται ταχύτα­τα ο βουλγαρικός εθνικισμός. Οι Βούλγαροι, μετά τη συ­ντριπτική ήττα της Τουρκίας, στον ρωσο-τουρκικό πόλε­μο και τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, το 1878, και εκεί­νη του Βερολίνου που ακο­λούθησε, όχι μόνο θα κα­τορθώσουν να αποκτήσουν δύο βουλγαρικά ημιαυτόνο­μα κράτη (τα πριγκιπάτα της Βουλγαρίας και της Ανατολι­κής Ρωμυλίας) αλλά θα εγκαι­νιάσουν έναν ανελέητο αγώ­να για να υπερακοντίσουν την πλειοψηφική ελληνική επιρ­ροή στα εδάφη της ιστορικής Μακεδονίας.

   Το «Μακεδονικό Ζήτη­μα», σε αυτή την πρώτη πε­ρίοδο, αφορούσε λοιπόν την απόπειρα των Βουλγάρων να επικρατήσουν, μετά την Ανατολική Ρωμυλία (όπου ήδη είχαν επιδοθεί σε διώξεις του ελληνικού πληθυσμού στη Φιλιππούπολη τον Πύρ­γο και αλλού), και στη Μα­κεδονία και έτσι να διασφα­λίσουν στην πράξη αυτά που είχαν χάσει μετά τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, αποκτώ­ντας και την πολυπόθητη έξο­δο στο Αιγαίο. Επειδή όμως οι Βούλγαροι αποτελούσαν μει­οψηφία στην ιστορική Μα­κεδονία, όπου οι μεγαλύτε­ρες εθνικές και θρησκευτικές ομάδες ήταν οι πατριαρχικοί Έλληνες (ελληνόφωνοι και σλαβόφωνοι) και οι μουσουλ­μάνοι (Τούρκοι και Αλβανοί κυρίως), επινόησαν, κυριολεκτικώς, το «μακεδονικό ζήτη­μα». Δηλαδή, ανέπτυξαν μια στρατηγική σύμφωνα με την οποία οι «Μακεδόνες», δη­λαδή οι Έλληνες, μουσουλ­μάνοι, Σλάβοι, Εβραίοι κ.λπ., κάτοικοι της Μακεδονίας, θα έπρεπε να ενωθούν σε έναν κοινό αγώνα για να απελευ­θερωθούν από την οθωμανι­κή κυριαρχία και να δημιουρ­γήσουν ένα ανεξάρτητο πολυεθνοτικό μακεδονικό κρά­τος. Το ανεξάρτητο μακεδο­νικό κράτος αποτελούσε εκεί­νη την περίοδο το όχημα του βουλγαρικού εθνικισμού, διό­τι μέσω αυτού επλήττοντο οι δύο κυρίαρχες εθνικές ομά­δες της Μακεδονίας. Αρχικώς οι Οθωμανοί Τούρκοι και οι μουσουλμάνοι Αλβα­νοί, που κυριαρχούσαν στρα­τιωτικά και πολιτικά και προ­φανώς δεν επιθυμούσαν την αποκοπή της Μακεδονίας από την οθωμανική Αυτοκρατο­ρία, και κατά δεύτερο λόγο οι Έλληνες – ενώ αποκρούονταν και οι σερβικές διεκδικήσεις που χαρακτήριζαν τους Σλά­βους της περιοχής ως παλαιο-σέρβους ή «νοτιο-σέρβους». Όσο για τους Έλληνες, αυ­τοί, παρότι «ραγιάδες», κυρι­αρχούσαν πολιτιστικά και οι­κονομικά στη Μακεδονία – έχοντας στις αποσκευές τους και την μακρόχρονη ιστορική τους παρουσία σε αυτή-, και προφανώς δεν επιθυμούσαν τη δημιουργία κάποιου ανε­ξάρτητου μακεδονικού κρά­τους αλλά την ένωσή τους με το ελληνικό κράτος. Εξάλλου, ένα μεγάλο μέρος των σλαβό­φωνων της περιοχής είχε ελ­ληνική εθνική συνείδηση και συντάχθηκε με το πατριαρ­χείο και τους Έλληνες στον μακεδονικό αγώνα (οι περι­βόητοι «γραικομάνοι», όπως τους αποκαλούσαν οι Βούλ­γαροι) ενώ και το σλαβικό ιδίωμα που χρησιμοποιούσαν περιλάμβανε μεγάλο αριθμό ελληνικών λέξεων, καταδεικνύοντας τη συνάφεια των δι­αφορετικών πληθυσμιακών ομάδων και ενίοτε την ιδία την εθνοτική προέλευση ενός μεγάλου μέρους αυτού του πληθυσμού.

   Δηλαδή, ο μακεδονισμός υπήρξε το στρατήγημα μιας μειονοτικής εθνοτικής ομά­δας, στο εσωτερικό της ιστο­ρικής Μακεδονίας, ώστε να επικρατήσει έναντι των κυ­ρίαρχων εθνικών ομάδων, των Τούρκων και των Ελλή­νων. Γι’ αυτό και οι λεγόμενες μακεδονικές οργανώσεις (η εσωτερική Μακεδονική Επα­ναστατική Οργάνωση και η «εξωτερική», που υποστήρι­ζε μέχρι τέλους τη βουλγαρι­κή ταυτότητα των σλαβοφώνων, οι λεγόμενοι Βερχοβιστές) δεν εμφανίζονται αρχικώς ως βουλγαρικές οργανώσεις, παρότι η έδρα τους βρί­σκεται στη Βουλγαρία, και προσπαθούν να ενσωματώ­σουν στο εσωτερικό τους όχι μόνο τους Σλάβους αλλά και Έλληνες αγρότες, ιδιαίτερα τους σλαβόφωνους ελληνι­κής συνείδησης Μακεδόνες. Ο υπολογισμός των Βουλγά­ρων μακεδονιστών, βάσιμος σε μεγάλο βαθμό, ήταν πως, εάν η Μακεδονία αποκοβόταν τόσο από την οθωμανική Αυ­τοκρατορία όσο και από τον ελληνισμό και το Πατριαρχείο (εξ ου και η δημιουργία της βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870), θα μπορούσε να αποτελέσει, τουλάχιστον σε μια πρώτη περίοδο, έναν χώρο διεκδικήσιμο από τη Βουλγαρία, όπως είχε συμβεί με την Ανατολική Ρωμυλία. Για τους Βουλγάρους, λοιπόν, τότε, όπως και σήμερα, δεν υπήρ­χε ένα μακεδονικό «έθνος», αλλά μόνο, a termine, ένας μακεδονικός «λαός», με πολυεθνοτικά χαρακτηριστικά, δηλαδή οι κάτοικοι της Μα­κεδονίας, όπου κατ’ αυτούς κυριαρχούσαν οι Βούλγαροι. Προφανώς δε, για να ενισχύσουν τη σλαβική συνιστώσα της μακεδονικής περιοχής, έτειναν να επεκτείνουν όσο το δυνατόν περισσότερο τη μακεδονική επικράτεια, ώστε να συμπεριλάβει όλα τα βόρεια, κατεχόμενα ακόμα από τους Οθωμανούς, εδάφη των Βαλκανίων, έστω και εάν τα Σκόπια π.χ. ήταν πρωτεύου­σα του Κοσόβου. Πάντως, σε όλη αυτή την ιστορική περίοδο, καθώς οι Έλληνες θα αρχίσουν να αντιδρούν απέναντι στα βουλγαρικά σχέδια και θα αρχίσει ο Μακεδονικός Αγώ­νας, η μακεδονική διαμάχη θα αφορά κατ’ εξοχήν την αντί­θεση Ελλήνων και Βουλγά­ρων, με επίδικο αντικείμενο και βασικό χώρο αντιπαράθε­σης την ιστορική Μακεδονία. Εξάλλου, παράλληλα, θα αρ­χίσουν και οι Σέρβοι να πα­ρεμβαίνουν όλο και πιο ενερ­γά στη διαμάχη, υποστηρίζο­ντας πως οι Σλάβοι της ευ­ρύτερης μακεδονικής περιοχής ήταν στην πραγματικότητα μια «παλαιοσερβική» ή «νοτιοσερβική» κοινότητα η οποία δεν είχε σχέση με τους Βουλγάρους «που αποτελού­σαν ένα ταταρικό φύλο».

Η γένεση των «Σλαβομακεδόνων» ως έθνους

   Οι υποστηρικτές μιας αυ­τόνομης σλαβομακεδονικής εθνότητας, σε αυτή την πρώτη περί­οδο, ήταν ιδιαίτερα λιγοστοί και θα αρχίσουν να ακούγονται για πρώτη φορά μετά την αποτυχία της βουλγαρόφωτης εξέγερσης του Ήλιντεν. Τότε -αμέσως μετά-, τον Δεκέμβριο του 1903, εκδόθηκε, από τον Κρίστε Μισίρκωφ, το θεωρούμενο ως μανιφέ­στο των Σλαβομακεδόνων βιβλίο, Μα­κεδονικές υποθέσεις (Za makedonckite raboti), που υποστήριζε την ανάγκη να διαμορφωθεί μια ενιαία σλαβική μακεδονική γλώσσα. Μεταξύ άλλων, ο Μισίρκωφ υποστηρίζει πως οι Σλαβομακεδόνες κινδυνεύουν να πέσουν θύ­ματα του ανταγωνισμού των Βουλγάρων, των Σέρβων και των Ελλήνων και, επομένως, θα πρέπει να συγκροτή­σουν μια αυτόνομη ταυτότητα, έστω και αν αυτή δεν είχε προϋπάρξει στο παρελθόν.

Απέναντι σε εκείνους που υποστη­ρίζουν πως «η Μακεδονία δεν αποτε­λεί ενιαίο γεωγραφικό εθνικό ή ιστο­ρικό σύνολο» και δεν έχει επιδράσει στις τύχες των γειτονικών λαών, «αλλά υπήρξε η αρένα της πολιτικής και πο­λιτιστικής πάλης ανάμεσα στα διάφο­ρα βαλκανικά έθνη», ο Μισίρκωφ απα­ντά με το αφοπλιστικό επιχείρημα πως «κάτι που δεν υπήρξε στο παρελθόν μπορεί κάλλιστα να εμφανιστεί αργό­τερα, αν υπάρξουν οι κατάλληλες ιστο­ρικές συνθήκες»! Και συνεχίζει:

…Το όνομα “Μακεδόνας” χρησιμοποι­ήθηκε πρώτα από τους σλάβους Μακεδόνες ως γεωγραφικός όρος για να δη­λώσουν την καταγωγή τους. Είναι μά­λιστα πολύ γνωστό ανάμεσά τους και όλοι τους το χρησιμοποιούν για να αυ- τοπροσδιορίζονται. Ένα πράγμα είναι σίγουρο: ακόμα και ο σχηματισμός των εθνοτήτων είναι μια μηχανική πολιτι­κή διαδικασία, άρα υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις ώστε η Μακεδονία να εξελιχθεί σε μια ανεξάρτητη εθνογρα­φική περιοχή…

   Τόσο ασθενείς ήταν, τότε ακόμα, οι προ­ϋποθέσεις της ύπαρξης αυτού του νεό­κοπου «έθνους», ώστε ο ίδιος ο Μισίρκωφ, λίγα χρόνια αργότερα, το 1907, επέ­στρεψε στον βουλγαρισμό, ενώ το 1919, μετά τη νέα ήττα της Βουλγαρίας στον πό­λεμο, έγινε και πάλι για μικρό διάστημα, μακεδονιστής! Δηλαδή, ο μακεδονισμός του ίδιου του Μισίρκωφ εξαρτώνταν από τις διακυμάνσεις του «πολιτικού μηχανι­σμού». Ωστόσο, είχε επισημάνει ένα βα­σικό στοιχείο για τη δημιουργία νεόκο­πων «εθνών», την κατασκευή τους από την πολιτική βούληση άλλων εθνών και δυνάμεων. Έτσι, κατά τον 20ό αιώνα, θα δημιουργηθούν αρκετά «πολιτικά» έθνη, στην Αφρική, επί τη βάσει του αποικιοκρατικού χωρισμού των αφρικανικών εδαφών. Στην περίπτωση των «Σλαβομακεδόνων», αυτό θα συμβεί κατ’ εξοχήν μέσα από τον ανταγωνισμό μεταξύ των Σέρβων και των Βουλγάρων. Η αδυναμία τόσο των μεν όσο και των δε, κυρίως των Βουλγάρων, να κυριαρχήσουν οριστικά πάνω σε αυτούς τους σλαβικούς πληθυ­σμούς, και επί πλέον ο ανταγωνισμός με την Ελλάδα, δημιούργησαν τις προϋποθέ­σεις για να αναδυθεί, σε ένα αυξανόμενο ποσοστό των Σλάβων της ευρύτερης Μα­κεδονίας, μια χωριστική ταυτότητα, την οποία αρχικώς ο Στάλιν και εν συνεχεία ο Τίτο, ως οι εμβρυουλκοί του, θα μετα­βάλουν σε ένα χρήσιμο «πολιτικό έθνος». Όπως τόσο εύστοχα έγραφε ο Μισίρκωφ:

Έτσι το μακεδονικό Εθνικό Αναγεννη­σιακό Κίνημα αναπτύσσεται ως ιστορι­κό φαινόμενο με γερά θεμέλια και λα­μπρό μέλλον και είναι ουσιαστικά απο­τέλεσμα του ανταγωνισμού ανάμεσα στη Βουλγαρία και τη Σερβία πάνω στο Μακεδονικό Ζήτημα.

Για να συγκεντρωθούν όμως όλες αυτές οι ευτυχείς προϋποθέσεις έπρεπε αρχικώς να αποτύχει η ενσωμάτωσή τους από τον βουλγαρισμό -την πρωιμότερη και ισχυρότερη σλαβική εθνική αναφορά των σλαβόφωνων πληθυσμών- και το μεγα­λύτερο μέρος των σλαβικών πληθυσμών της περιοχής να παραμείνει εκτός του βουλγαρικού κράτους.

Και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αδηφαγία και τα αλλεπάλληλα λάθη των Βουλγάρων ηγετών. Κατ’ αρχάς, μετά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, οι Βούλγαροι, θεωρώντας εαυτούς στρατιωτικά παντο­δύναμους, δεν αρκέστηκαν στα εδαφικά κέρδη τα οποία είχαν αποκομίσει, κατα­λαμβάνοντας ένα μεγάλο μέρος της Μα­κεδονίας, μέχρι τη Χαλκιδική, καθώς και το σύνολο της δυτικής και της ανατολικής Θράκης, αλλά θέλησαν να αποσπάσουν από την Ελλάδα και τη Σερβία όλα τα εδά­φη που είχε παραχωρήσει στους Βουλγά­ρους η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, κα­θώς και τη Θεσσαλονίκη.

   Το αποτέλεσμα ήταν να στραφούν εναντίον της Βουλγαρίας όλες οι βαλκα­νικές χώρες (Ελλάδα, Σερβία, Ρουμανία), ακόμα και η Τουρκία, και η Βουλγαρία να συντριβεί κατά τον Β’ Βαλκανικό πόλεμο, χάνοντας το μεγαλύτερο μέρος της ελ­ληνικής Μακεδονίας, αλλά και την Ανα­τολική Θράκη, την οποία ανακατέλαβε η Τουρκία. Έτσι -εκτός από τη λεγόμενη «Μακεδονία του Πιρίν»-, η Σερβία κατέ­λαβε το μεγαλύτερο μέρος των σλαβικών οθωμανικών εδαφών, αλλά και ένα μέρος ελληνικών πόλεων (όπως το Μοναστήρι) τις οποίες ο Βενιζέλος παραχώρησε στη Σερβία, στα πλαίσια μιας πολιτικής εξευ­μενισμού της, ώστε να επιτύχει την ενσω­μάτωση της λοιπής Μακεδονίας στο ελλη­νικό κράτος.

Αμέσως μετά, η Βουλγαρία, ακολου­θώντας αναθεωρητική πολιτική, συντά­χθηκε με την Γερμανία και την οθωμανική Αυτοκρατορία, στη διάρκεια του Α’ Πα­γκοσμίου Πολέμου, με συνέπεια να χά­σει και την κατεχόμενη από αυτήν Δυτική Θράκη προς όφελος της Ελλάδας και προ­φανώς να παγιωθεί η σερβική κυριαρχία στη σημερινή περιοχή των Σκοπίων.

 

ένθετο του περιοδικού άρδην τεύχος 115, Μάρτιος-Ιούνιος 2019- ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ : Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ

 

 

Εκτύπωση