ΣΧΟΛΙΟ ΣΕ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ
Αθηνά , η θεά του πολέμου, των γραμμάτων
και του φωτός, θυγάτηρ του Διός εκ μοιχείας.
Σχόλιο, σελ.104, Μ. Αθανάσιος, τόμος 1, ΕΠΕ.
Στο ΠΕΝΤΑΠΟΣΤΑΓΜΑ διαβάσαμε κείμενο με τίτλο «Έλλην και μη λατρεύων την Βασίλισσα των Αγγέλων και την Δέσποινα του κόσμου είναι αδύνατον» του κ. Οδυσσέα Ντάκουλα, στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρονται και τα εξής:
| Η Ελλάδα είναι τόσο άρρηκτα ενωμένη με την Θεοτόκο που ακόμα και η ειδωλολατρική έφεση και στάση στην π.Χ εποχή στους μη φιλοσοφούντας εν τω σπερματικώ λόγω προεικόνιζε και προετοίμαζε ήδη αυτήν την αγάπη και λατρεία που θα επακολουθούσε στο Πάναγνο και Πανύμνητο Πρόσωπο της Παναγίας μας. Καθότι η Α-θηνά (η μη φανερωμένη), η ΄΄θεά΄΄ της σοφίας, η παρθένος, η αρχιστράτηγος των Ελλήνων, η ΄΄θεά΄΄ του ελέους, λαμβάνει υπόσταση και ένωση μετά των Ελλήνων στην Φανερωμένη Θεοτόκο, την Μητέρα της Σοφίας και του Λόγου, στην Αειπάρθενο, στην Υπέρμαχο Στρατηγό των Ελλήνων, στην Ελεούσα Πάναγνο, στην Παναγία μας. |
Ο συντάκτης του άρθρου ίσως άθελά του μετατρέπεται σε τελική ανάλυση σε υβριστή της Παναγίας, διότι καταλήγει να κατασκευάσει ένα είδωλο της Παναγίας που είναι ολοκληρωτικά ξένο και αλλότριο προς το τίμιο και πανακήρατο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, που η Ορθόδοξος Εκκλησία μας κατέγραψε την εμπειρία της και την παρομοίασε ως «..η γέφυρα η μετάγουσα από γην εις τον ουρανόν… η τράπεζα η οποία προσφέρει την αιώνιαν μακαριότητα.. η γεννήτρια του ήλιου της δικαιοσύνης.. αυτή είναι ο κεραυνός που επάταξε τους ορατούς εχθρούς και τους δολίους δαίμονες..»[1]. Παρουσιάζει την απαξιωτική, φυσιολατρική, αντιπατερική και νεοπαγανιστική ερμηνευτική προσέγγιση ότι οι ανύπαρκτοι ψευδοθεοί του ειδωλολατρικού πανθέου και δη η «θεά» Αθηνά είναι προεικόνιση, προτύπωση, προβολή της Θεοτόκου.
Μας δίνει το δικαίωμα να υποθέσουμε και κάτι ακόμη πιο ακραίο. Η Παναγία του κ.Ντάκουλα, είναι:
α) είτε προϊόν αντιχριστιανικής πλατωνικής εκδοχής: Δηλαδή στον κόσμο των ιδεών, στον νου των Ελλήνων εφευρέθηκε και κατασκευάσθηκε η Αθηνά, ως ιδέα-σύμβολο και αργότερα έλαβε υπόσταση και υλοποιήθηκε σε Παναγία,
β) είτε προϊόν μιας πιο ακραίας ερμηνευτικής νεοπαγανιστικής και αποκρυφιστικής προσέγγισης που δανείζεται στοιχεία από την νεοπλατωνική σχολή και την εβραϊκή καμπαλιστική παράδοση, «Καθότι η Α-θηνά (η μη φανερωμένη), η ΄΄θεά΄΄ της σοφίας, η παρθένος, η αρχιστράτηγος των Ελλήνων, η ΄΄θεά΄΄ του ελέους, λαμβάνει υπόσταση και ένωση μετά των Ελλήνων στην Φανερωμένη Θεοτόκο, την Μητέρα της Σοφίας και του Λόγου, στην Αειπάρθενο, στην Υπέρμαχο Στρατηγό των Ελλήνων, στην Ελεούσα Πάναγνο, στην Παναγία μας».
Η δεύτερη ερμηνευτική εκδοχή, που έχει πολλαπλές σημάνσεις και σχολές, υποστηρίζει εκτός των άλλων και την άποψη ότι η θεά είναι σε μια μη φανερωμένη, μη εκδηλωμένη κατάσταση, ή ότι έχει μια άλλη μορφή και περιμένει τον κατάλληλο χρόνο να εκδηλωθεί, να φανερωθεί, να λάβει υπόσταση, κάτω από μια νομοτελειακή, ανελεύθερη, αναγκαστική διαδικασία που καταργεί εκ θεμελίων τους λόγους της εν Χριστώ θείας Οικονομίας.
Στη διαχρονία της εκκλησιαστικής εμπειρίας, ο αποκαλυπτικός λόγος των Αγίων, των θεοφόρων Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας καταλήγει με μια εκπληκτική ομοφωνία και με απόλυτη σαφήνεια ότι πίσω από τους υποτιθέμενους θεούς κρύβονται ισχυρότατοι δαίμονες που διαρκώς εξαπατούν και πλανούν παντοιοτρόπως την οικουμένη.
Ας επιλέξουμε έναν από τους πολλούς Πατέρες που έχουν εξετάσει με επιστημονικό και εξαντλητικό τρόπο το φαινόμενο της ειδωλολατρίας της εποχής του. Ας δούμε πώς καλύπτει το θέμα ο μέγας Θεολόγος και Πατήρ της Ορθοδόξου Εκκλησίας Μέγας Αθανάσιος. Ο Μέγας Αθανάσιος ενώ αναφέρει δολοφονίες και ανθρωποθυσίες προς χάριν των ψευδοθεών καταλήγει με τα εξής: «.. Εξ αιτίας αυτών λοιπόν έφθασαν τόσα πολλά κακά εις τους ανθρώπους, διότι βλέποντες ότι οι δαιμονικοί θεοί των[2] ευχαριστούντο με αυτά, αμέσως και οι ίδιοι εμιμήθησαν τους θεούς των με όμοια παραπτώματα, θεωρούντες ιδιαίτερον κατόρθωμα να μιμούνται, όπως ενόμιζον, τα ανώτερα. Εξ αυτού οι άνθρωποι κατέπεσαν εις ανθρωποκτονίας και παιδοκτονίας και εις όλας τας ασέλγειας. Σχεδόν κάθε πόλις είνε γεμάτη από κάθε ασέλγειαν, διότι έχει τρόπους ομοίους με των θεών της, και μεταξύ των ειδωλολατρών δεν θεωρείται συνετός κανείς, παρά μόνον αυτός που αποδεδειγμένως ζη ακόλαστον βίον…»[3]
Ο σπερματικός λόγος δεν δύναται να υποταχθεί στον νεοβαρλααμίστικο, νεοπαγανιστικό εθνοφυλετικό μόρφωμα. Μετά βδελυγμίας ο άγιος του ακτίστου φωτός, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς απέρριψε διάφορες ερμηνευτικές εκδοχές και παρανοήσεις που είχαν αναπτυχθεί από κακοδόξους της ορθοδόξου ευσέβειας της εποχής εκείνης. Ο σπερματικός λόγος που διετυπώθει αρχικώς από τον Ιουστίνο τον φιλόσοφο, γνώρισε πολλές ερμηνευτικές προσεγγίσεις που όμως αλλοίωναν το ευαγγελικό μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας και παρερμήνευαν τους αποδεικτικούς συλλογισμούς του αγίου Ιουστίνου και φυσικά καταγγέλθηκαν επανειλημμένως από τους θεούμενους, τους θεοφόρους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας.
Εκτός των άλλων ο άγιος Ιουστίνος στην πρώιμη συστηματική θεολογική σκέψη που άρχισε να παρουσιάζεται στα πρώτα βήματα της Εκκλησίας να εκφράσει την πίστη της διαλεκτικά με την πλάνη των εθνικών είναι πολύ επικριτικός έναντι των ψευδοθεών σε αντίθεση με τον αθρρογράφο που βλέπει όχι στους φιλοσόφους αλλά σε έναν από τους δαίμονες που κινούν τις μαριονέτες του πολυθεϊστικού πανθέου την προεικόνιση της Παναγίας.
Ας δούμε και τι λέγει ο άγιος Ιουστίνος: «Τρίτον δε σημείον είναι ότι μετά την ανάληψιν του Χριστού εις τον ουρανόν οι δαίμονες προώθησαν μερικούς ανθρώπους, οι οποίοι έλεγον ότι είναι θεοί.. [4]». Η ειδωλολατρική έφεση, πρέπει να μεταφρασθεί στη συνήθης ειδωλολολατρική κλοπή ή με μεγαλύτερη ακρίβεια η επινόηση της Αθηνάς είναι εφεύρημα των δαιμόνων όπως μας παραθέτει ο άριστα γνωρίζων την αρχαιοελληνικήν γραμματείαν, ως πρώην ειδωλολάτρης ο άγιος μάρτυς και φιλόσοφος Ιουστίνος[5].
Ντοκουμέντο όλη η παράγραφος 64, σελ 189-191
Καί τό ἀνεγείρειν δέ τό εἴδωλον τῆς λεγομένης Κόρης ἐπί ταῖς τῶν ὑδάτων πηγαῖς ἐνεργῆσαι τούς δαίμονας, λέγοντας θυγατέρα αὐτήν εἶναι τοῦ Διός, μιμησαμένους τό διά Μωϋσέως εἰρημένον, ἐκ τῶν προειρημένων νοῆσαι δύνασθε. Ἔφη γάρ ὁ Μωϋσῆς, ὡς προεγράψαμεν «ἐν ἀρχή ἐποίησεν ὁ Θεός τόν οὐρανόν καί τῆς γῆν. Ἡ δέ γῆ ἤν ἀόρατος καί ἀκατασκεύαστος, καί Πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τῶν ὑδάτων». Εἰς μίμησιν οὔν τοῦ λεχθέντος ἐπιφερομένου τῷ ὕδατι Πνεύματος Θεοῦ τήν Κόρην θυγατέρα τοῦ Διός ἔφασαν. Καί τήν Ἀθηνᾶν δέ ὁμοίως πονηρευόμενοι θυγατέρα τοῦ Διός ἔφασαν, οὐκ ἀπό μίξεως, ἀλλ' ἐπειδή ἐννοηθέντα τόν Θεόν διά λόγου τόν κόσμον ποιῆσαι ἔγνωσαν, ὡς τήν πρώτην ἔννοιαν ἔφασαν τήν Ἀθηνᾶν. ὅπερ γελοιότατον ἡγούμεθα εἶναι, τῆς ἔννοιας εἰκόνα παραφέρειν θηλειῶν μορφήν. Καί ὁμοίως τούς ἄλλους λεγομένους υἱούς τοῦ Διός αἵ πράξεις ἐλέγχουσιν.
Μετάφραση:
64 Δύνασθε δε από τα προλεχθέντα να κατανοήσετε ότι και την ανέγερσιν του ειδώλου της λεγομένης Κόρης εις τας πηγάς των υδάτων ενήργησαν οι δαίμονες, λέγοντες ότι αύτη είναι θυγάτηρ του Διός, κατά μίμησιν του αναφερομένου υπό του Μωϋσέως. Διότι είπεν ο Μωϋσής, όπως εγράψαμεν προηγουμένως, «εις την αρχήν εδημιούργησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην.
Η δε γη ήτο αόρατος και ακατασκεύαστος, και Πνεύμα Θεού εφέρετο υπεράνω των υδάτων»6. Εις μίμησιν λοιπόν του αναφερθέντος Πνεύματος Θεού, το οποίον εφέρετο υπεράνω του ύδατος, είπον την Κόρην θυγατέρα του Διός7. Και την Αθηνάν δε, ομοίως πονηρευόμενοι, είπον θυγατέρα του Διός, όχι από γενετήσιον μίξιν, αλλά, επειδή έμαθον ότι ο Θεός επενόησε να δημιουργήση τον κόσμον δια του Υιού, είπον την Αθηνάν πρώτην έννοιαν πράγμα το οποίον θεωρούμεν ότι είναι γελοιότατον, το να παρουσιάζουν δηλαδή την εικόνα της έννοιας με μορφήν θηλειών. Ομοίως και τους άλλους λεγομένους υιούς του Διός ελέγχουν αι πράξεις.
Με εκτίμηση και σεβασμό προς το πρόσωπο
του αρθρογράφου κ. Οδυσσέα Ντάκουλα.
[1] Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή, «Ο βίος της Υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας», εκδ. Ιερόν Κελλίον αγίου Νικολάου “Μπουραζέρη” Άγιον Όρος, σ.227-230.
[2] Οι θεοί των εθνών δαιμόνια (Ψαλμ. 95, 5)
[3] Μ.Αθανάσιος, τόμος 1, ΕΠΕ, σελ.159.
[4] Απολογηταί 1 Ιουστίνος, ΕΠΕ, σελ. 117.
[5] Απολογηταί 1 Ιουστίνος, ΕΠΕ, σελ. 189-191.
[6] Γεν. 1,1 έ.
[7] Φαίνεται ότι το υπεράνω των υδάτων φερόμενον Πνεύμα, το οποίον εις τας σημιτικάς γλώσσας χαρακτηρίζεται με λέξιν θηλυκού γένους, παρωμοιάζετο ήδη με την ελληνικήν θεάν των πηγών.
πηγή: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ