Kant και Wittgenstein: από την κριτική της γνώσης στην κριτική του νοήματος

Η διδακτορική διατριβή προτείνει μια παράλληλη ανάγνωση της φιλοσοφικής σκέψης του Kant και της φιλοσοφικής πρακτικής του Wittgenstein. Οδηγός σε αυτήν την ανάγνωση είναι η έννοια της κριτικής. Η κριτική εδώ έχει δυο σημασίες: Κατά πρώτον έχει τη σημασία της αυτοκριτικής του κριτικού Kant στη μεταφυσική της προ-κριτικής του σκέψης και του ύστερου Wittgenstein στη μεταφυσική της πρώιμης δικής του σκέψης. Η αυτοκριτική ωστόσο δεν θα θεμελιωθεί στην αναγνώριση σφαλμάτων, εσφαλμένων θέσεων, που θα πρέπει να αντικαταστήσουμε με άλλες, ορθές, θέσεις. Αντίθετα, η αυτοκριτική θα θεμελιωθεί στην αναγνώριση του αναπόφευκτου χαρακτήρα της μεταφυσικής πλάνης που συνεπάγεται τόσο ο Λόγος στον Kant, όσο και η γλώσσα, κυρίως, ο τρόπος που εμείς κατανοούμε τη γλώσσα στον Wittgenstein. Η κριτική συνεπώς, στην κατεξοχήν καντιανή της σημασία, μεταστοιχειώνεται σε κριτική του Λόγου στον κριτικό Kant και κριτική της γλώσσας στον ύστερο Wittgenstein. Στη βάση της παραπάνω μεταστοιχείωσης της αυτοκριτικής στην κριτική βρίσκεται ο παράδοξος χαρακτήρας των μεταφυσικών μας εννοιών (μετέπειτα εποπτείας και κατηγοριών) στον Kant και της λογικής στον Wittgenstein. Αμφότεροι, Kant και Wittgenstein, αδυνατούν να καθορίσουν σε τι αντιστοιχούν οι έννοιες και η λογική. Αυτή η δυσκολία παράγει μια παράδοξη μεταφυσική, η οποία για τον προ-κριτικό Kant συμβολίζει τον θεό, ενώ για τον πρώιμο Wittgenstein αποκαλύπτει το νόημα του κόσμου και της ζωής. Ο παράδοξος χαρακτήρας αυτής της μεταφυσικής συνίσταται στο εξής: Για τον προ-κριτικό Kant αποδεχόμαστε ως πραγματικότητα (το πράγμα καθαυτό) αυτό που δεν μπορούμε να γνωρίσουμε∙ για τον πρώιμο Wittgenstein κατανοούμε αυτό που δεν είμαστε σε θέση να διατυπώσουμε στη γλώσσα. Με αιχμή την κοπερνίκεια στροφή του Kant και τη μετατόπιση του ενδιαφέροντός μας από το Είναι στον τρόπο που παριστάνουμε και μιλούμε για τα πράγματα, ο κριτικός Kant και ο ύστερος Wittgenstein θα αναγνωρίσουν ότι οι μεταφυσικές μας έννοιες (Kant) και η λογική (Wittgenstein) δεν χρειάζεται να αντιστοιχούν πουθενά, άρα δεν χρειάζεται να συμβολίζουν κάτι. Η έρευνά μας μεταστοιχειώνεται από οντολογική σε υπερβατολογική (Kant) και γραμματική (Wittgenstein), εφόσον ζητούμε να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε τον τρόπο που παριστάνουμε τα πράγματα - όχι τα ίδια τα πράγματα. Αυτός ο τρόπος όμως δεν συνεπάγεται μια θεωρία του νοήματος για τον ύστερο Wittgenstein, κατ’ αναλογία ίσως με τη θεωρία της γνώσης στον Kant, αλλά αντίθετα θα θέσει επιτακτικά το πρόβλημα της κατανόησης στον Wittgenstein κατ’ αναλογία με το πρόβλημα της αυτογνωσίας του Λόγου στον Kant. Το διακύβευμα δεν είναι θεωρητικό αλλά ο προσανατολισμός μας μέσα στη γλώσσα και στο νοείν∙ το διακύβευμα είναι η αναγνώριση του χιμαιρικού χαρακτήρα της θεωρίας και η αποδοχή μας πολλαπλότητας αυτόνομων προοπτικών στη θέση της μεταφυσικής ενότητας. Το έσχατο συνεπώς διακύβευμα της κριτικής θα αποδειχτεί μάλλον πρακτικό εφόσον η κριτική μας ζητά να κατανοήσουμε τον άνθρωπο ως μια πολλαπλότητα είτε διαφερόντων (Λόγος) είτε παιχνιδιών και μέσων παράστασης (γλώσσα) ως προφύλαξη απέναντι στον μεταφυσικό δογματισμό που επιζητά την αναγωγή όλων των επιμέρους όρων και προοπτικών μας σε μια και μόνον αρχή.

Εκτύπωση