Σκοπός της διατριβής είναι να οριοθετηθεί η σχέση του Ελύτη με τη φιλοσοφία, η οποία, μολονότι συνήθως θεωρείται δεδομένη, δεν έχει γίνει αντικείμενο συστηματικής μελέτης. Η διατριβή διαιρείται σε δύο μέρη: «Το άμοιαστο» και «Το ισόποσο»· άξονας του πρώτου είναι η ποίηση, του δεύτερου η φιλοσοφία. Στο «Άμοιαστο» εξετάζονται τρία ποιήματα του Ελύτη, ενδεικτικά του ξεκινήματος, της ωριμότητας και της σοφίας που απέκτησε με τα χρόνια· πρόκειται για τα «Ωρίων», «Δήλος», «Της Εφέσου». Μέσα από αυτά, επιχειρείται να δειχτεί πώς ενσωματώθηκε σταδιακά το φιλοσοφικό στοιχείο στην ποίησή του: Εξετάζεται η δυνητική παρουσία της φιλοσοφίας στο καθένα και, ευρύτερα, στις συλλογές που τα περιλαμβάνουν. Λαμβάνονται επιπλέον υπόψη και οι υπόλοιπες συλλογές του: καταγράφονται και ερμηνεύονται όλες οι ονομαστικές αναφορές σε φιλοσόφους (από το Άξιον Εστί και μετά), εντοπίζονται πολλές έμμεσες αναφορές και επισημαίνονται, ευρύτερα, στοιχεία που μπορούν να θεωρηθούν φιλοσοφικά. Διαγράφεται έτσι μια πορεία από τους Προσανατολισμούς, στους οποίους δεν κατονομάζεται κανένας φιλόσοφος, στο Εκ του πλησίον, από το οποίο παρελαύνει πλήθος Προσωκρατικών, ο Σωκράτης, αλλά και ο Χάιντεγκερ. Ταυτόχρονα, εξετάζεται ο δοκιμιακός λόγος του ποιητή –και βέβαια: βιογραφικά στοιχεία και συνεντεύξεις του. Αφετηρία του δεύτερου μέρους της διατριβής, αποτελεί η ίδια η φιλοσοφία: στο «Ισόποσο» διερευνάται η σχέση του Ελύτη με τους φιλοσόφους που συναντήθηκαν στο πρώτο μέρος –και όχι μόνο. Οι πρώτες και βαθύτερες ρίζες του δεσμού του με τη φιλοσοφία εντοπίζονται στην προσωκρατική σκέψη. Σχηματικά, το τριμερές θεμέλιο της σχέσης του με τους Προσωκρατικούς αποτελούν η κοσμολογία, η φυσιοκρατία και η διαδικασία της μεταβολής. Ο φιλόσοφος που συναντάται τακτικότερα στο ποιητικό corpus του Ελύτη είναι ο Ηράκλειτος· η πρωτοκαθεδρία της Φύσης και του Λόγου, η αναζήτηση του εαυτού και κυρίως η κατάργηση των αντιθέτων είναι στοιχεία που τον «ενώνουν» με τον ποιητή. Ορόσημο στην επαφή του Ελύτη με τη φιλοσοφία αποτέλεσε ο Πλάτων, μολονότι ο Ελύτης ξεπέρασε τον δυϊσμό και επιχείρησε να συμφιλιώσει το υλικό με το νοητό• πολύπλευρη αποδεικνύεται επίσης η σχέση με τον Πλωτίνο, έτσι ώστε μπορεί να υποστηριχτεί πως αυτοί οι δύο αποτέλεσαν, μαζί με τον Ηράκλειτο, μια ενιαία φιλοσοφική κληρονομιά και την κύρια φιλοσοφική σκευή του. Σε ό,τι αφορά τη σύγχρονη φιλοσοφία, το ενδιαφέρον εστιάζεται σε δύο τόπους, τη Γαλλία και τη Γερμανία: πιο ειδικά, στον Μπασλάρ, τον Χάιντεγκερ και, δευτερευόντως, τον Μπερξόν, τον Σαρτρ και τον Μαρκούζε –με διαφορετικές κάθε φορά αφορμές. Ο Ελύτης αναζήτησε οικείους τόπους στη φιλοσοφία: Τον γοήτευσε ο αποσπασματικός λόγος των Προσωκρατικών, η ποιητικότητα του Πλάτωνα και του Πλωτίνου, οι αναλύσεις της γλώσσας και της ποίησης του Μπασλάρ και του Χάιντεγκερ. Οι φιλοσοφικές αναφορές του αξιοποιούνται για την κατανόηση των ποιημάτων, των δοκιμίων και, ευρύτερα, της κοσμοθεωρίας του. Δεν πρέπει, ωστόσο, να περιμένουμε μια «ορθή» ερμηνεία του εκάστοτε φιλοσόφου από τον Ελύτη: η ανάγνωσή του είναι ιδιοσυγκρασιακή, εκλεκτικιστική και συνθετική· αντλεί από κάθε φιλόσοφο ό,τι του ταιριάζει, παντρεύει, ακόμα και αντικρουόμενα και προερχόμενα από διαφορετικές φιλοσοφικές παραδόσεις, στοιχεία μεταξύ τους και γεννά κάτι καινούργιο, δικό του. Παρόλο που χρησιμοποιεί τη φιλοσοφία ακριβώς για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της ποίησής του, αν αγνοήσουμε το φιλοσοφικό στοιχείο, παρερμηνεύουμε το έργο του.