Σὲ πρώτη ἀνάγνωση ἡ ἐργασία φαίνεται νὰ εἶναι μία περιληπτικὴ σύνθεση τῶν χριστολογικῶν ἀναλύσεων βάσει τοῦ ἑρμηνευτικοῦ λόγου τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου στὶς παύλειες ἐπιστολές. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὴν ἁπλὴ ἔκθεση τῶν θεολογικῶν ἀπόψεων ἡ μελέτη ἐπιδιώκει νὰ εἶναι ἕνας προβληματισμὸς σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ τῆς σημερινῆς κοινωνίας. Τὴν ἀφετηρία τοῦ θέματος τὴν ἀνακάλυψα σὲ μιὰ συνοπτικὴ ὁμολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὴν πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολή του. Τὸ «μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν» (Κολ. 1, 26-27. Πρβλ. Ἐφ. 1, 9. Ἐφ. 3, 9. Ῥωμ. 16, 25), εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ μὲ ὁλάκερη τὴ σημασία Αὐτοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός. Ἡ ἐργασία ἀπαρτίζεται ἀπὸ Εἰσαγωγὴ καὶ τρία μέρη. Τὸ Πρῶτο μέρος, τῆς ἐργασίας φέρνει τόν τίτλο: «Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, μορφὲς τῆς Ἐκκλησίας, μιμητὲς τοῦ Χριστοῦ», και ἀπαρτίζεται από δυὸ κεφάλαια: Α’). «Τὸ μυστήριο τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στὴ ζωὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου» και Β’). «Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καὶ ἡ θέση του στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας». Το Δεύτερο κεφάλαιο του πρώτου μέρους: Β’). «Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καὶ ἡ θέση του στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας» ἀπαρτίζεται ἀπὸ τρεις ἑνότητες: 1). «Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, μιμητὴς τοῦ Παύλου στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ» (σ. 57-61). 2). «Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὡς ἑρμηνευτὴς τῆς Ἁγίας Γραφῆς» (σ. 62-66) καὶ 3). «Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καὶ ἡ θέση του ὡς πρὸς τὶς αἱρετικὲς παρεκκλίσεις» (σ. 67-77). Τὸ δεύτερο μέρος τῆς ἐργασίας, ὑπό τόν τίτλο: «Τὸ μυστήριο τῆς Τρισυπόστατης Θεϊκῆς Μονάδας» (σ. 78-109), εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Τριαδολογία καὶ συγκροτεῖται ἀπὸ πέντε ἑνότητες. Τὸ τρίτο μέρος, της εργασίας με τὸν τίτλο: «Ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ἢ ἡ ἐν Χριστῷ φανέρωση καὶ ἐκπλήρωση τοῦ ἀπὸ τῶν αἰώνων ἀποκεκρυμμένου μυστηρίου» είναι πιο εκτενές (σ. 110-299) και ἀπαρτίζεται ἀπὸ τρία κεφάλαια: Α’). «Τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεανθρώπου» (σ. 113-137), Β’). «Τὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ» (σ. 138-178) καὶ Γ’). «Ἡ σχέση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν Ἐκκλησία ἢ ἡ Ἐκκλησία ὡς χῶρος ἀποκαλύψεως τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ» (σ. 179-299). Στὴν ἐν Χριστῷ πνευματικὴ ζωὴ τῶν Χριστιανῶν εντοπίζεται τὸ ὕψιστο σημεῖο ἀκμῆς τοῦ ὅλου μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ. Στὴν κοινωνία τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, τὸ κάθε μέλος της ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ βιώνει τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, μέσα στὶς ἐμπειρίες τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ὅταν ὁ Χριστιανὸς ζεῖ ἑνωμένος μὲ τὸ Χριστό, ζεῖ «ἐν τῇ ἀγάπῃ τοῦ Χριστοῦ», ζεῖ «ἐν Χριστῷ», καὶ ὁ Χριστὸς ζεῖ μέσα του, τότε ὁ Χριστιανὸς ἀπολαμβάνει τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι μυστήριο ποὺ ἐρευνᾶται, κατανοεῖται ἐν μέρει, βιώνεται, ἀλλὰ οὐδέποτε ἐξαντλεῖται, διότι εἶναι Ζωή, εἶναι ἐμπειρία ζωῆς ἐν Χριστῷ καὶ μὲ τὸ Χριστό, εἶναι Πρόσωπο, εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός.