Η μουσική ως στοιχείο πολιτισμού δεν αποτελεί απλά μια μορφή τέχνης και αυτοέκφρασης αλλά και ένα δομικό στοιχείο στην εκπαίδευση, άρρηκτα συνυφασμένο με την αρετή και την φιλοσοφία. Στην αρχαία Ελλάδα βρίσκεται σε αδιάρρηκτη ενότητα με το θέατρο και τη μουσική, την οποία οι αρχαίοι Έλληνες αντιλαμβάνονται ως ενότητα σωματικής κίνησης, προφορικού λόγου και μουσικού ήχου και την θεωρούν ως ένα από τα κύρια μέσα διαπαιδαγώγησης. Αυτή την ενότητα συλλαμβάνει και πρωτίστως αναδεικνύει ο Ε. Μουτσόπουλος, ως απόπειρα της συνείδησης να κατορθώσει την ενότητά της. Η φιλοσοφία επιβεβαιώνεται ως η άλλη όψη της ίδιας της μουσικής μέσα από πολυάριθμα άρθρα και βιβλία που επισκοπούνται και αναλύονται κριτικά, με κυριότερα, από όσα αφορούν στην Αρχαιότητα : La Philosophie de la musique dans la dramaturgie antique. Formation et structure (Publications de la Société Hellénique des Études Philosophiques, Éditions Hermés, Athénes, Série «Recherches», 1975), όπου αναλύονται οι θεωρήσεις του σχετικά με τη μουσική στο έργο των τραγικών και εξετάζονται είτε σε σχέση με το θρησκευτικό τους χαρακτήρα, τελετουργικό, παράλογο και μαγικό, είτε υπό την όψη της ανθρώπινης λογικής, είτε σε σχέση με το πάθος της ανθρώπινης ψυχής και την αντανάκλασή του στον κόσμο. Ο Μουτσόπουλος ερευνά το ηχητικό σύνολο μιας παραστάσεως: λόγος, τραγούδι, φυσικοί ήχοι. Κάθε φορά ο λόγος εννοείται ως λόγος μουσικός. Η πρωτοκαθεδρία του ρυθμού, της αρμονίας και της κίνησης κατά τη σύνθεση της δράσεως, των χαρακτήρων και των ηθών, ορίζει το περιεχόμενο της φιλοσοφίας της μουσικής ως αρμονία νοηματική και ηχητική. Επισημαίνεται και αξιολογείται η μουσική εκφραστική αξία της σιωπής. Παράλληλα, η πρακτική λειτουργία της μουσικής αντιστοιχείται προς την αντικειμενοποίηση των υψηλών ανθρώπινων αξιών που δραματοποιεί, ορίζοντας τη μετάβαση «από τον λόγο στην πράξη». Στην δραματική ποίηση, απαντώνται, κατά τον Μουτσόπουλο, τα πρωτογενή συστατικά στοιχεία της μουσικής σκέψης του Πλάτωνα.La musique dans l’ œuvre de Platon (Presses Universitaires de France, Paris 1959·). Ο Μουτσόπουλος ερμηνεύει τη σκέψη του αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου εστιάζοντας στις επιρροές του από τις πυθαγόρειες θεωρίες που θεμελίωναν τη μουσική στον αριθμό και στις θεωρίες του Δάμωνα που εδράζονταν στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Η πλατωνική μουσική αίσθηση και ζωή έγκειται στην ανάδειξη και στην αξιολόγηση των δεσμών μεταξύ ανθρώπινης διανόησης και πραγματικότητας, ως εκδήλωσης που ερμηνεύει μια ψυχική ορμή, οικουμενικής φύσεως και εμβέλειας. Εξετάζοντας τις πλατωνικές θέσεις που αφορούν τα τεχνικά θεμέλια της μουσικής δημιουργίας, τη σημασία του ρυθμού ως πρωταρχικού στοιχείου που καθορίζει την ομορφιά ενός μουσικού έργου, το ενδιαφέρον του Πλάτωνα για τα μουσικά όργανα, τον χορό, την αισθητική της μουσικής διά μέσου της επιστήμης της μουσικής τέχνης, ο Μουτσόπουλος διερευνά παράλληλα το νόημα και τη λειτουργία της μουσικής στην Πολιτεία, ενώ στους Νόμους ασχολείται αναλυτικότερα με την εφαρμογής της. Ο Πλάτων, προτείνοντας την υπαγωγή φυλάκων, φιλοσόφων, νομοθετών σε μια μουσική παιδεία παρεχόμενη μέσω κύκλων, σε ένα σύστημα δια βίου μάθησης, ερμηνεύεται από τον Μουτσόπουλο ως ο φιλοσοφικός ερμηνευτής της παιδαγωγικής θεωρίας του Δάμωνα. Η συνύπαρξη των ηθικών και αισθητικών αξιών, παραγόντων ουσιωδών για την καλλιέργεια του προσώπου και την ηθική του συμπεριφορά, συμπυκνώνονται στην πλατωνική επιταγή «πᾶς γὰρ ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου εὐρυθμίας τε καὶ εὐαρμοστίας δεῖται».La Philosophie de la Musique dans le Système de Proclus, (Académie d’ Athènes, Centre de Recherche sur la Philosophie Greque, 2004), το οποίο στηρίζεται στα σχόλια του Πρόκλου στο πλατωνικό έργο, όπως σταχυολογούνται και ερμηνεύονται συνθέτοντας ένα δυναμικό σύστημα μουσικής κίνησης, όπου χορευτής, αοιδός και μουσικός ερμηνευτής συνδέονται και αλληλεπιδρούν διαρκώς, ανακλώντας στον κόσμο και στο σύμπαν τους δεσμούς της αρμονίας. O Πρόκλος, παρά το γεγονός των αλλαγών που επέρχονται στη θεωρία της μουσικής παιδείας στα μέσα του 5ου μ.Χ. αιώνα, επαναλαμβάνει σε γενικές γραμμές τις θέσεις του Πλάτωνα, τόσο για τη φιλοσοφία ως μέγιστη μουσική, για το πρόσωπο του μουσικού ως εκφραστού των αρμονικών μοντέλων που του παρέχουν οι Μούσες, όσο και για το ότι η μουσική τέχνη έγκειται στην άσκηση μιας δύναμης, η οποία αποκτάται μέσω της εκπαίδευσης. Κατά τη διαδικασία της μίμησης στον Πρόκλο, το απορρέον εξαρτάται από την πηγή του, την μιμείται και συμμετέχει ομοιάζοντας προς αυτήν. Ο μουσικός θέτει σε ενέργεια το σύνολο των πνευματικών του δυνάμεων ώστε να αφουγκραστεί τον καιρό και να αναζητήσει το μέτρο, προκειμένου να αποφύγει την έλλειψη ή την υπερβολή. Ο Μουτσόπουλος ωστόσο παρατηρεί πως ο μουσικός στον Πρόκλο διδάσκει μέσω του παραδείγματος της ζωής του, απομακρυνόμενος κατά κάποιον τρόπο από τον μουσικό που δημιουργεί εν ενθέω μανία, σύμφωνα με το πλατωνικό μοντέλο. Κι ενώ στον Πλάτωνα οι ιδιότητες της μουσικής διαχώριζαν τους ανθρώπους σε έμφρονες και άφρονες, στον Πρόκλο αφορούν την ουσία της, που είναι η αποκάλυψη της εσωτερικής αρμονίας στον άνθρωπο. Οι αρμονικές σχέσεις ακόμη, που εκφράζονται με αριθμούς, γεωμετρικά και μουσικά σχήματα και διαλεκτικές αναλύσεις, αποτελούν στον Πρόκλο τρόπους έκφρασης ισοδύναμους, πράγμα για το οποίο ο Πλάτων θα εξέφραζε ενδεχομένως αντιρρήσεις.Όσα αφορούν στη μουσική παιδεία διακρίνονται σε περιόδους με σκοπό να γίνει κατανοητή η θέση που αυτή είχε πριν από τον Πλάτωνα, στον Όμηρο, δηλαδή ως έκφραση συμπεριφοράς και ευχαρίστησης, στη Σπάρτη και στη Μυτιλήνη ως φυσική και πνευματική καλλιέργεια με την ανάπτυξη του χορικού και τα άσματα της Σαπφούς, στους τραγικούς ποιητές, που προέβαλαν τον ρόλο και επαίνεσαν τη μορφοποιό δύναμή της στη διάπλαση του ανθρώπινου χαρακτήρα. Η μουσική παιδεία οδηγεί στη φιλοσοφική εκπαίδευση, σύμφωνα με την οποία δομείται η αρμονία της ψυχής, η μουσική μορφή της οποίας συμβαδίζει με την ανθρώπινη δραστηριότητα για τη διαμόρφωση της ατομικής συνείδησης και της αισθητικής καλλιέργειας του ανθρώπου. Μέσω της μουσικής, αλλά και μέσω του ωραίου θίγονται φιλοσοφικά, ανθρωπολογικά, ηθικά και πολιτικά ζητήματα, που με τη σειρά τους λειτουργούν ως παράγοντες νομιμοποίησης της μουσικής, ως αξίας που υπερβαίνει την απλή αισθητική απόλαυση και μετουσιώνεται σε δύναμη παιδείας και κοινωνικής αναμόρφωσης. Η μουσική, ως γλώσσα, ως φιλοσοφία και τρόπος κριτικής σκέψης, ως παράγοντας δημιουργίας και εξασφάλισης της κοινωνικής συνοχής, βρέθηκε στο προσκήνιο κατά τον 20ο και 21ο αιώνα και εξακολούθησε να παίζει πρωτεύοντα ρόλο στο νεότερο εκπαιδευτικό σύστημα, σε ευρωπαϊκό περιβάλλον, ενώ ήδη από τον 19ο αιώνα το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα επιχείρησε να αξιοποιήσει την αρχαία ελληνική μουσική παράδοση και ακόμη να την επανεισάγει από τη Δύση, η οποία την είχε υιοθετήσει και στην οποία βασίστηκε προκειμένου να ικανοποιήσει τις δικές της παιδαγωγικές ανάγκες. Η μουσική εκπαίδευση συνδέεται διαχρονικά με την κοινωνική εκπαίδευση και εξακολουθεί να επιδρά τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και στο συλλογικό, στη διαφύλαξη της συνοχής της πολιτείας. Υπογραμμίζεται η από παιδαγωγικής άποψης διαρκής ισχύς του έργου του Ε. Μουτσόπουλου και η σημασία του για τη διαμόρφωση της ατομικής συνείδησης και της αισθητικής καλλιέργειας του ανθρώπου.Η οπτική, τέλος, του Μουτσόπουλου στη φιλοσοφία της μουσικής ερμηνεύεται διαρκώς μέσα από την έννοια της καιρικότητας, η οποία εκφράζεται σε όλο του το έργο ως προθετικότητα του υποκειμένου στην κίνηση του να προσποριστεί την ευκαιρία και να δημιουργήσει, ως κυριαρχία επί του διαφεύγοντος, ως εξήγηση της αποχρώσεως, ως κατανόηση της μεσότητας, ως συγκράτηση και αιχμαλώτιση μιας στιγμής, που επιχειρεί να μας προσπεράσει.