ΨΥΧΗ
Κάθε γραπτή κριτική προϋποθέτει γνώση όχι μόνο των απόψεων αλλά και του προσώπου που τις εκφράζει. Γι αυτό ή παρακάτω αφοριστική κριτική είναι αφ’ ενός σχετική, αφ’ ετέρου στηρίζεται στην ελεύθερη κριτική σκέψη. Το να γράψεις κάτι, πέρα από του να σε εκφράζει, θα πρέπει να έχει και κάποιο βαθμό σχέσης με την αλήθεια ἤ τουλάχιστον την πραγματικότητα, αλλιώς στην καλύτερη περίπτωση είναι κακή ποίηση! Στη Ποίηση ό,τι γράφεται, γράφεται «ποιητικῂ αδείᾳ». Όμως «άδεια», χρειάζονται: οι υπάλληλοι, οι στρατιώτες, οι φυλακισμένοι και μερικοί(όχι όλοι) τρελοί! Γι αυτό πρέπει να δηλωθεί η ποιητική χροιά των λεγομένων, ώστε να ληφθεί δεόντως υπ’ όψιν!
Τέλος πάντων η καλή θέληση για καλόπιστη κριτική βοηθιέται πολύ όταν γνωρίζεις ποιος το έγραψε. Το γεγονός αυτό αίρει τον βαθμό της αντικειμενικότητας της κριτικής όμως έχει το πλεονέκτημα να σε φέρνει σε κοινωνία με το κρινόμενο πρόσωπο άρα υπάρχει και η πιθανότητα ενεργοποίησης της εντολής του Χριστού «:..αγαπάτε τους εχθρούς ημών…καλώς ποιείτε τους καταρωμένους ημᾶς…προσεύχεσθαι υπέρ των επηρεαζόντων υμῖν»!
Υπό το πρῖσμα αυτό η συνάντηση με το άλλο πρόσωπο γίνεται όχι μόνο στο συναισθηματικό πεδίο, αλλά και στο συναισθηματικό πεδίο. Και απαιτεί τη δυνατότητα να αναχθεί ο «ξερός» συναισθηματισμός και ο «ξερόλας» εκλογικευτισμός, σε αδελφική πρόσληψη του άλλου, σε Αγάπη! Έτσι ορίζουμε και τον Θεό ως Αγάπη: Είναι Αυτός που μας προσλαμβάνει, που μας δέχεται, δεν μας απορρίπτει, δεν Τον ενδιαφέρει αυτό που έχουμε αλλά αυτό που είμαστε! Ο Χριστός είναι έτι περαιτέρω Αγάπη ως Θεάνθρωπος, διότι στρίμωξε την θεϊκή Αγάπη, το θεϊκό «είναι», στο στενό ανθρώπινο κέλυφος, όχι όπως το πρωτόφτιαξε Αυτός, δοξασμένο και φωτεινό αλλά σκοτεινό χαλασμένο, βρώμικο. Διότι αποβλέπει πάντοτε στο πρόσωπο του ανθρώπου (του Αδάμ ἤ όποιου άλλου) όχι σε μια απρόσωπη φύση, μια απροϋπόθετη δομή, ἤ μια τυχαία ενέργεια με προσωποειδή χαρακτηριστικά (μάσκες, μουτσούνες)!
Κριτική «Ψυχής»
Κείμενο: «Ποιος μας λέει πως το σώμα μας είναι φυλακή της ψυχής μας»;
Απάντηση: Το ἔλεγε ο Πλάτων και η ιδεαλιστική φιλοσοφική σκέψη. Δεν σημαίνει ότι είναι αλήθεια, ούτε πολύ περισσότερο ότι απηχεί την χριστιανική σκέψη. Είναι μια καθαρά αρχαιοελληνική αντίληψη: σώμα=σήμα=τάφος. Χριστιανικό νόημα παίρνει μόνο στο βαθμό που αποδεχόμαστε το χριστιανικό κοσμολογικό παράδειγμα ἤ κοσμοείδωλο! Ότι δηλαδή το βιολογικό σώμα που έχει ο άνθρωπος τώρα, αποτελεί το αποτέλεσμα μιας Πτώσεως, μιας οντολογικής υποβάθμισης του ανθρώπου σε ένα ον με ζωώδες σώμα με βάση το DNA όσον αφορά τα λειτουργικά στοιχεία και τα όργανα, τα οποία ούτε το ταυτίζουν με τα άλογα έμψυχα ζώα, ούτε το προκαθορίζουν εξελικτικά. Μετά τη Πτώση, η θεοειδής λογική ψυχή του ανθρώπου ζωοποιεί το πεπτωκός σώμα, μόνο σε σχέση με τον υλικό κόσμο και όχι με τον πνευματικό κόσμο για τον οποίο ο πτωτικός άνθρωπος είναι νεκρός. Μάλιστα πάρα πολλές υλικές πτυχές αυτού του κόσμου περνούν απαρατήρητες από τον άνθρωπο, είτε λόγω κλίμακας, είτε λόγω αισθητηριακής ανεπάρκειας. Το σώμα δηλαδή αποτελεί οιονεί «τάφο» με την έννοια του θαψίματος, της απώλειας της διάφανης Πρωτολογικής μνήμης τῶν Πρωτοπλάστων, που μπορούσαν μέσα από την θεοϋφαντη στολή της ακτίστου θείας Χάριτος που ήσαν επενδυμένοι, να βλέπουν «ακτινογραφώντας» τα κτίσματα του θεού στην ολότητά τους, αλλά και να βλέπουν τον Τριαδικό Θεό μέσα στο Άκτιστο Φώς Του διά της Κτίσεως, επειδή οι τότε φυσικοί νόμοι δεν εμπόδιζαν κάτι τέτοιο!
Επίσης ακόμα και μετά την Πτώση ο άνθρωπος δεν μπορεί όσο και να εξαχρειωθεί , να γίνει ζώο, με την έννοια ότι οι βιοχημικές και νευρομυϊκές λειτουργίες του πεπτωκότος βιολογικού σώματος δεν δρουν όπως τα ένστικτα στα ζώα, μόνο μέσω του εγκεφάλου, σαν υπολογιστικά προκαθορισμένα προγράμματα, αλλά «φιλτράρονται» μέσα από τη θεοειδή ψυχή, η οποία απλώνεται και εισχωρεί μέχρι το τελευταίο ανθρώπινο κύτταρο, «εξ’ άκρας συλλήψεως-ἤδη από την σύλληψη». Το «φιλτράρισμα» αυτό μέσα από την ελεύθερη βούληση της ψυχής, μεταμορφώνει τα σύμφυτα με το ζωώδες σώμα, ένστικτα, σε ἐπιθυμίες.
Το αν θα γίνουν οι επιταγές των σωματικών επιθυμιών, πράξη στον άνθρωπο είναι θέμα αυτεξουσίου βουλήσεως και όχι νευρομυϊκού καταναγκασμού. Όταν οι επιθυμίες διαστραφούν, όχι από τις εγκεφαλικές λειτουργίες, αλλά από τους διαλογισμούς τού «ηγεμόνα νου», της ψυχής του ανθρώπου, που εδράζεται στην καρδιά του, από όπου ελέγχονται οι επιθυμίες και τα συναισθήματα, τότε μέσῳ της συμμετοχής και των σωματικών συστημικῶν λειτουργιῶν, γίνονται «πάθη», πρώτα της ψυχής και μετά από αδιευκρίνιστες ακόμη λεπτομέρειες, εγκεφαλικά και νευροχημικά εξαρτημένες σωματικές ἔξεις.
Εγκαθίσταται έτσι ένας φαύλος κύκλος επιθυμίας βάσει του δίπολου φόρτιση-εκτόνωση, ο οποίος ανατροφοδοτείται ενισχυόμενος αυτόματα με αρνητική ανάδραση, (δηλαδή ενισχύεται από την έλλειψη), μεταξύ ψυχής και σώματος. Τότε οι επιθυμίες αποκτούν ψυχαναγκαστικό χαρακτήρα στην ικανοποίηση τους, ο οποίoς αντίθετα από ότι συμβαίνει στον ψυχοσωματικό ανθρώπινο οργανισμό, ανατροφοδοτείται θετικά (δηλαδή αθροιστικά, προσθέτοντας ερεθίσματα) αυτή τη φορά μέσα από την μίμηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς στις δομές των ανθρωπίνων κοινωνιῶν. Οι ανθρώπινες κοινωνίες αρχήθεν καταδυναστεύουν τα μέλη τους με το τρίπολο: ΨΕΥΔΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑ-ΚΑΤΑΠΙΕΣΤΙΚΗ ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ-ΜΙΜΗΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ.
Άρα για να συνεχίσουμε στο κείμενο, η ερωτηματική θέση «σώμα=φυλακή της ψυχής»? μπορεί να σημαίνει αφ ενός την αμφιβολία για το τι ισχύει, αφ’ ετέρου την αδυναμία ορισμού: «Τι είναι σώμα, τι είναι ψυχή». Η επικεφαλίδα με το απόλυτο «ΨΥΧΗ» μπορεί να υπονοεί: ψυχή= θεός ως ον, πηγή θεϊκής ενέργειας (Ψυχολατρία από θρησκειολογική άποψη)?
Σαφώς όχι!
Διότι εισάγεται η έννοια της «απελευθέρωσης». Η σωτηρία του ανθρώπου ταυτίζεται με την απελευθέρωση της ψυχής από το σώμα και άρα μιας συνέχειας με μία ζωή δίχως σώμα. Τότε γιατί στη συνέχεια επιζητείται για την ψυχή «σώμα»? Μάλιστα ταυτίζεται η ψυχή με το «πνεύμα», και με τον «θεό», μέσα μας και γύρω μας. Από τη μία μανιχαϊστικός δυϊσμός από την άλλη μονισμός.
Συμπέρασμα: Αντιφάσεις!
Κείμενο: «Το μυαλό είναι φυλακή, «το μυαλό είναι τόπος», «το πνεύμα ποθεί το συναίσθημα»! Ἄραγε «το συναίσθημα» είναι εκτός του σώματος»? Είναι καλό ἤ κακό? Ισχύει : «πνεύμα +συναίσθημα =πραγματικό σώμα? Υλικό ἤ πνευματικό? Το σώμα απελευθερώνει την ψυχή ἤ η ψυχή το σώμα? Η απελευθέρωση είναι η Αγάπη? ἤ η βίωση της Αγάπης? Η Αγάπη γίνεται αιτία της όλης υπάρξεως? Αν η ψυχή προέρχεται από την Αγάπη= θεός, τότε δεν μπορεί να είναι αυτή ο Απόλυτος Θεός, αν όχι προς τι το απόλυτο «Ψυχή» στην επικεφαλίδα?
Αντιφάσεις!
Ο Απόλυτος Θεός, ο Ων, ο Γιαχβέ είναι ό έχων αφ’ εαυτού την ύπαρξη! Αν πάλι η ψυχή είναι απλά θεός, τότε είναι κομμάτι του Θεού! Αν πάλι η αγάπη είναι ενέργεια( προς κάτι, για κάτι), τότε χρειάζονται δύο για να συνδεθούν, όχι ένας με τον εαυτό του! Αγάπη δίχως τουλάχιστον δύο πρόσωπα δεν υπάρχει! Με δύο πρόσωπα είναι Έρωτας! Άρα ή πραγματική Αγάπη θέλει δύο τουλάχιστον πρόσωπα συν Ένα! Όπως και να το πεις αυτό το Ένα (θεό, κόσμο, ύλη ,πνεύμα, ουσία, ενέργεια, ομορφιά, νου, μυαλό, ψυχή, σώμα κλπ)!
«Τότε ποιο το νόημα του μυαλού»? Πολύ σωστά! Αυτό ρωτάμε και ‘μείς! Στην προοπτική που η ψυχή είναι προσωπικός και ὄχι δεϊστικός θεός-Deismus=θεός υπερπροσωπικός ἤ αδιάφορος για τον κόσμο ἤ κατά την ανατολική αντίληψη «μη εκδηλωμένος θεός», τι νόημα έχει το «ενδιάμεσο» μυαλό? Το μυαλό είναι «φυλακή», όπως υποθέτει το κείμενο στην αρχή? Ἥ «δωμάτιο συνουσίας», ανεύρεσης του θεού=Αγάπης?
Αντίφαση μέσα στην αντίφαση!
Στη φυλακή είσαι μόνος! Δεν υπάρχει συνουσία, μόνο βιασμός! Φυσικά οὔτε «Ανώτατη ευφυΐα υπάρχει, μόνο άκρα ταπείνωση…άχρι θανάτου!
Το μυαλό =τόπος τι σημαίνει? Αν το μυαλό είναι τρόπος ύπαρξης ενέχει κάποιο νόημα: Όραση-όραμα-φαντασία-οθόνη-θέαμα ἤ ακοή-ακρόαμα-ακροατές-κόσμο! Άρα δεν έχει νόημα απλής συνουσίας αλλά μάλλον είναι… πάρτι… με ούζα! Απ’ ό,τι θυμάμαι μια τέτοια τεχνική «ενεργειακής θεοποίησης» του μυαλού μέσω καθοδηγούμενης «σεξουαλικής ενέργειας»- ονομαζόμενη Οργόνη κατά Βίλχελμ Ράιχ, kundalini κατά την ινδουιστική Τ άντρα γιόγκα, εφαρμοζόταν από τον γκουρού Ραζνίς, ο οποίος ισχυριζόταν ότι «μάζευε» σαν ενεργειακός συλλέκτης την ενέργεια που εξέπεμπαν πολλοί οπαδοί του συνουσιαζόμενοι μαζικά μπροστά του!
Κείμενο: «Η ψυχή περιπλανιέται στην απεραντοσύνη της». Άλλη μία έκφραση που δείχνει ότι πίσω από τη λέξη ψυχή, κρύβεται η λέξη θεός! Αλλά τότε είναι ένας θεός χωρίς αυτοσυνειδησία, μη προσωπικός, απρόσωπη δύναμη-χωρίς ενέργεια που προϋποθέτει ενεργούσα θεϊκή ουσία!
Άρα όταν το κείμενο λέει «η ψυχή ψάχνει ένα σώμα» σημαίνει ότι ο θεός «ψάχνει το αποτύπωμα του στην ύλη» για να σωθεί από τη συμπαντική άβυσσο που μέσα της πλέει!?
Όμως την «υλη» αυτή που θα αποτυπωθεί η αιώνια θεϊκή ψυχή, ποιος την έφτιαξε? Μάλιστα δεν θα πρόκειται για απλή ύλη αποτύπωσης π.χ. πλαστελίνη, αλλά για εξελιγμένη συσκευή που χρειάζεται «κλειδιά» για πάρει εμπρός! Τέτοιου είδους κοίταγμα των αισθήσεων και της λειτουργίας του υλικού σώματος ανακαλεί σαφῶς ψυχολατρικές αντιλήψεις κάτω από ανθρωπομορφικά προσωπεία!
Κείμενο «Τα κλειδιά των αισθήσεων που πονάνε», είναι ο ορισμός της Ινδουιστικής –Βουδιστικής αντίληψης για τη λειτουργία του σώματος ως σύνολο ουδῶν-δρόμων ροής της συμπαντική ενέργειας, μέσω των 7 τσάκρας-ενεργειακών κέντρων του επτάβαθμου απόκρυφου θεοσοφικού συστήματος Μπλαβάτσκυ// Μπέϊλι ἤ του δεκάβαθμου μαγικοθρησκευτικού Καμπαλιστικού συστήματος των 10 ζεβιρώθ!
Όταν, τα αποκρυφιστικής αντιλήψεως, ενεργειακά κέντρα του ανθρώπου, δεν είναι ενεργοποιημένα και συντονισμένα με τις εισόδους και εξόδους των συμπαντικών ενεργειακών ροών, τότε το σώμα αρρωσταίνει-πονάει! Αυτή ακριβώς είναι και η ουσία των Ανατολικών θρησκευμάτων του λεγομένου παγκόσμιου πνευματικού Νόμου ή δρόμου του Κάρμα , (που καλείται Ντάρμα ἤ Ταό): Η αποφυγή του πόνου και όχι η εύρεση (του) Θεού!
Αν είναι έτσι και σημαντικό είναι μόνο η αποφυγή του πόνου τότε τι νόημα έχει τελικά το ψάξιμο της Αλήθειας(θεός), της Αγάπης(θεός), της Απόλαυσης(θεός)?
p.Peter 7 Μαϊου 2014
Οἱ θέσεις τοῦ συντόμου στιχηραρικοῦ μέλους μὲ ἄξονα τὸ ἔργο Πέτρου τοῦ Πελοποννησίου
Κωνσταντῖνος Φωτόπουλος
27 / 03 / 2013
Εισήγηση στο Ε΄ Διεθνές Μουσικολογικό Συνέδριο του Ιδρύματος Βυζαντινής Μουσικολογίας (15 Δεκεμβρίου 2012)
Σε μια πιο συστηματική έρευνα του τρόπου μελοποϊίας αλλά και της κωδικοποίησης των θέσεων του συντόμου στιχηραρίου, με οδήγησε, ήδη από το 2004, η ανάγκη μελοποίησης ύμνων σλαβικής γλώσσας σε βυζαντινή μουσική και η διδασκαλία του τρόπου μελοποϊίας στους Ρώσους μαθητές μου. Δυστυχώς, αν και υπάρχουν βιβλία βυζαντινής μουσικής σε αρκετές γλώσσες, κατά κανόνα βρίθουν λαθών. Μια απλή παράθεση και φωτογραφική χρήση των παλαιών θέσεων είναι σίγουρο πως δεν αρκεί. Πρέπει να καταλάβουμε τον βαθύτερο τρόπο σκέψεως των παλαιών διδασκάλων και να τον αξιοποιήσουμε δημιουργικά. Παρακάτω θα προσπαθήσω να παρουσιάσω συνοπτικά τον τρόπο λειτουργίας των θέσεων του συντόμου στιχηραρίου, βάσει του έργου του Πέτρου Πελοποννησίου.
Το σύντομο στιχηραρικό μέλος έχει μεγάλη συγγένεια με το αργό Ειρμολόγιο. Υπάρχουν παλαιές θεωρητικές μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν αυτόν τον ισχυρισμό, αλλά και μια απλή σύγκριση των θέσεων θα αρκούσε. Πολλές θέσεις των δύο ειδών μελοποϊίας είναι ίδιες ή σχεδόν ίδιες, ενώ η λογική σύνθεσης των θέσεων παρόμοια.
Τα πρώτα ολοκληρωμένα έργα σε σύντομο στιχηραρικό μέλος συναντούμε τον 18ο αιώνα στο Αναστασιματάριο του Κυριάκου Κουλιδά του Ναυπλιώτου, στο Αναστασιματάριο του Δανιήλ Πρωτοψάλτου και στο Αναστασιματάριο και Δοξαστάριο του Πέτρου Λαμπαδαρίου. Μεμονωμένες συνθέσεις σε σύντομο στιχηραρικό μέλος συναντάμε και αρκετά νωρίτερα [1].
Στο σύντομο στιχηράριο χρησιμοποιούνται τριών ειδών θέσεις, κυρίως βάσει των χρόνων που καταλαμβάνει κάθε συλλαβή: οι σύντομες, οι αργοσύντομες και οι αργές.
Α. ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΘΕΣΕΙΣ
Με τις σύντομες θέσεις κατά κανόνα ξεκινά κάθε νέα μουσική περίοδος. Αποτελούν μια προετοιμασία για την αργοσύντομη θέση που θα ακολουθήσει και είναι το φυσικό επακόλουθο της στοιχειώδους μουσικής απαγγελίας των τονιζομένων και ατόνων συλλαβών. Κάποιες από αυτές έχουν επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα, ενώ κάποιες τις δημιουργεί ο μελοποιός τη στιγμή της σύνθεσης, εφ᾿ όσον οι ανάγκες του ποιητικού κειμένου δεν καλύπτονται από τις ήδη υπάρχουσες θέσεις. Η μελωδική τους πορεία εξαρτάται κυρίως από δύο παράγοντες: α) τους φθόγγους στους οποίους θεμελιώνονται και καταλήγουν οι αργοσύντομες θέσεις που έπονται και β) τους γενικούς κανόνες σύνδεσης των θέσεων που διέπουν τον κάθε ήχο. Στις σύντομες θέσεις, κάθε συλλαβή του ποιητικού κειμένου αντιστοιχεί σε ένα χρόνο, ενώ σπανιότερα συναντώνται περιπτώσεις όπου κάποιες θέσεις μπορούν να εξηγηθούν στη νέα γραφή είτε σύντομα (χρόνος και συλλαβή) είτε και πιο αργά (δύο χρόνοι ανά συλλαβή).
Β. ΑΡΓΟΣΥΝΤΟΜΕΣ ΘΕΣΕΙΣ
Δομικές υπομονάδες αργοσύντομης θέσεως
Μελετώντας το σύντομο στιχηράριο συναντούμε πεπερασμένο αριθμό μικρών θέσεων, χρονικής αξίας δύο ή τεσσάρων χρόνων, τις οποίες συμβατικά ονομάζουμε «δομικές υπομονάδες» της αργοσύντομης θέσης. Αυτές οι υπομονάδες συμπλέκονται μεταξύ τους με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και παράγουν εν τέλει τις αργοσύντομες θέσεις.
Σε αυτές τις δομικές υπομονάδες, σε κάθε συλλαβή του ποιητικού κειμένου κατά κανόνα αντιστοιχούν από ένας μέχρι και τέσσερις χρόνοι. Το σύνηθες είναι η κάθε συλλαβή να καταλαμβάνει δύο ή τέσσερις χρόνους, αλλά υπάρχουν και αρκετές περιπτώσεις όπου η μία συλλαβή καταλαμβάνει ένα χρόνο και η άλλη συλλαβή τρεις, προκειμένου να συμπληρωθεί ο ζυγός αριθμός χρόνων στα πλαίσια μιας δομικής υπομονάδας. Σπανιότατα δε, συναντάται και η περίπτωση δομικής υπομονάδας έκτασης δύο χρόνων, όπου δύο συλλαβές καταλαμβάνουν από ένα χρόνο.
Αναλόγως του τρόπου σύνδεσης των δομικών υπομονάδων δημιουργούνται διαφορετικές θέσεις που μπορούν να παραπέμψουν σε διαφορετικό ήχο (Παράδ. 1) ή και σε διαφορετικό γένος μελοποϊίας (Παράδ. 2), ενώ παράλληλα μπορεί να αλλάξει η λειτουργία τους ως προς τον αριθμό των τονιζομένων και ατόνων συλλαβών που δέχονται. Πολύ ενδιαφέρον πάντως είναι και το γεγονός ότι υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις όπου έχουμε όμοια σύνδεση των ίδιων δομικών υπομονάδων σε διαφορετικά όμως τετράχορδα ή πεντάχορδα των ήχων, με αποτέλεσμα να παράγεται η ίδια θέση με διαφορετικά διαστήματα (Παράδ. 3).
Παρ. 1: Δύο θέσεις αργοσύντομες από το Αναστασιματάριο Πέτρου του Πελοποννησίου. Παρά το γεγονός ότι έχουν δύο κοινές υπομονάδες, η πρώτη θέση ανήκει στον α΄ ήχο και η δεύτερη στον δ΄.
Παρ. 2: Δύο θέσεις οι οποίες διαφοροποιούνται μόνο κατά τις δομικές υπομονάδες στην έναρξή τους. Η πρώτη θέση είναι χαρακτηριστική στιχηραρική θέση πλ. α΄ ήχου από το το Αναστασιματάριο Πέτρου του Πελοποννησίου και η δεύτερη είναι χαρακτηριστική ειρμολογική θέση α΄ ήχου από το Ειρμολόγιο του ιδίου.
Παρ. 3: Παράδειγμα θέσεως η οποία αποτελείται από τις ίδιες ακριβώς υπομονάδες, συνδεδεμένες με τον ίδιο τρόπο σε διαφορετικά όμως τετράχορδα. Αυτήν την θέση συναντάμε στο Αναστασιματάριο Πέτρου του Πελοποννησίου, στους ήχους α΄, πλ.α΄, β΄, πλ.δ΄.
Χαρακτηριστικά των αργοσυντόμων θέσεων
Οι αργοσύντομες θέσεις είναι αυτές ακριβώς που δίνουν το χρώμα του συντόμου στιχηραρικού μέλους. Κατά κανόνα χρησιμοποιούνται στα τέλη των μουσικών περιόδων, δηλαδή συμπίπτουν με αυτό που ορίζουμε σήμερα ως ατελείς, εντελείς και τελικές καταλήξεις. Πριν από αυτές υπάρχουν θέσεις σύντομες. Βέβαια υπάρχουν οι περιπτώσεις όπου έχουμε δύο αργοσύντομες θέσεις συνεχόμενα ή και περιπτώσεις όπου το τέλος μιας αργοσύντομης θέσης χρησιμοποιείται ως η αρχή της επόμενης. Πολύ λιγότερες είναι οι περιπτώσεις όπου μια θέση αργοσύντομη δεν είναι καταληκτική.
Οι αργοσύντομες θέσεις παρουσιάζουν τις εξής κανονικότητες:
1) Έχουν σαφή όρια. Δε μπορεί να προστεθεί, να αφαιρεθεί ή να αντικατασταθεί κάτι, ούτε στην αρχή, ούτε στα μέσα, ούτε στο τέλος της θέσης.
2) Οι τονιζόμενες ή άτονες συλλαβές τοποθετούνται σε συγκεκριμένα σημεία του μέλους της.
3) Πολλές από τις θέσεις απαιτούν στη συνέχειά τους ορισμένη μελωδική πορεία ή θέση.
4) Έχουν συγκεκριμένη λειτουργία στα πλαίσια του μέλους που συντίθεται. Κάποιες χρησιμοποιούνται μόνο στην έναρξη του μέλους, κάποιες στα μέσα και κάποιες στην τελική κατάληξη.
Προετοιμασία, Μεταβαλλόμενο μέρος, Σταθερό μέρος
Κατά κανόνα, μια θέση αργοσύντομη μπορεί να είναι μονομερής, διμερής ή τριμερής, αναλόγως της φύσεώς της. Κάθε μέρος της με τη σειρά του μπορεί να είναι είτε απλά μία δομική υπομονάδα είτε σύνθεση δύο ή περισσοτέρων δομικών υπομονάδων.
Σε κάθε θέση υπάρχει το «σταθερό» της μέρος, το οποίο είναι και το καταληκτικό. Σε άλλες περιπτώσεις πριν το «σταθερό μέρος» προηγείται άλλο ένα μέρος το οποίο μπορεί να έχει διάφορες εκδοχές, συγγενικές μεταξύ τους. Αυτό το μέρος το ονομάζουμε «μεταβαλλόμενο». Πριν από το «σταθερό μέρος» (όταν η θέση αποτελείται μόνο από αυτό) ή πριν το «μεταβαλλόμενο μέρος» (όταν η θέση περιέχει και «σταθερό» και «μεταβαλλόμενο»), μπορεί να υπάρξει άλλο ένα μέρος το οποίο το ονομάζουμε «προετοιμασία». Η «προετοιμασία» μπορεί να είναι είτε μια δομική υπομονάδα αργοσύντομης θέσης, είτε μια σύντομη θέση, είτε ένας φθόγγος διαρκείας ενός ή δύο χρόνων, ανάλογα με την εξήγηση στη νέα γραφή. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι σε κάθε «μεταβαλλόμενο» μέρος αντιστοιχούν συγκεκριμένες «προετοιμασίες» (Παράδ. 4).
Παρ. 4: Θέση α΄ ήχου αργοσύντομη, τριμερής, με σταθερό μέρος, μεταβαλλόμενο και προετοιμασία. Η κατάληξη γίνεται στον φθόγγο Πα, ενώ τελευταία τονιζομένη συλλαβή είναι η λήγουσα ή η προπαραλήγουσα. Τα δεδομένα της θέσεως έχουν ληφθεί από το Αναστασιματάριο Πέτρου του Πελοποννησίου.
Το «σταθερό» και το «μεταβαλλόμενο» μέρος δεν γίνεται να παραλειφθούν ή να αντικατασταθούν. Η «προετοιμασία» αντιθέτως δεν έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα. Χρησιμοποιείται μόνο εφόσον η λειτουργία της συμπίπτει με τις προϋποθέσεις συλλαβών και τόνων του ποιητικού κειμένου.
Γ. ΑΡΓΕΣ ΘΕΣΕΙΣ
Οι αργές θέσεις που χρησιμοποιούνται στο σύντομο στιχηράριο είναι λίγες στον αριθμό και δε χρησιμοποιούνται με μεγάλη συχνότητα. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι περισσότερες από αυτές συναντώνται και στο Ειρμολόγιο του Πέτρου Λαμπαδαρίου αλλά και σε Ειρμολόγια παλαιοτέρων, όπως για παράδειγμα το Ειρμολόγιο του Μπαλασίου, του Γερμανού Νέων Πατρών, του Καρύκη και άλλων. Χρησιμοποιούνται σε ιδιαίτερα σημεία είτε για να τονιστεί κάποια έννοια του ποιητικού κειμένου, είτε για να επιτευχθεί κάποια κορύφωση στη δομή του μέλους.
Δ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Στον σύντομο αυτόν χρόνο που διέθετα, προσπάθησα να συμβάλω κατά το μέτρο των γνώσεων και δυνατοτήτων μου στην αποκρυπτογράφηση της υποκείμενης συστηματικότητας που διακρίνουμε στα σύντομα στιχηραρικά μέλη. Οπωσδήποτε είναι πολλά τα θέματα τα οποία δεν πρόλαβα να θίξω ή να εξηγήσω επαρκώς.
Η πρόταση που έκανα για την κωδικοποίηση των θέσεων, όπως ανέφερα και παραπάνω, έχει σκοπό περισσότερο χρηστικό. Οπωσδήποτε το θέμα της κωδικοποίησης των θέσεων είναι αρκετά πολύπλοκο και η κωδικοποίηση μπορεί να γίνει με αρκετούς τρόπους, αναλόγως του σκοπού του ερευνητή.
Άξονας της παρουσίασής μου ήταν το έργο του Πέτρου Λαμπαδαρίου, αλλά ο κώδικας συνθέσεως του στιχηραρικού μέλους δεν είναι κοινός σε όλους τους μελοποιούς. Οι βασικές αρχές παραμένουν, αλλά ο κάθε μελοποιός δημιουργεί το δικό του κώδικα και βρίσκει τις δικές του αναλογίες. Παρόμοιο τρόπο σκέψεις και κανονικότητες θα συναντήσουμε σε όλα τα είδη μελοποιίας -ειρμολογικό, στιχηραρικό, παπαδικό- αν και σε κάθε περίπτωση υπεισέρχονται και διαφορετικοί παράμετροι που πρέπει να λαμβάνουμε υπόψιν. Μια ενδελεχής έρευνα του τρόπου συνθέσεως των παλαιών διδασκάλων σε κάθε είδος μελοποιίας θα οδηγήσει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, κι εμάς τους νεωτέρους στο «μελίζειν» «μετά τέχνης και επιστημόνως».
[1] Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα απόστιχα του εσπερινού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και τα πεντηκοστάρια των Χριστουγέννων «Τα σύμπαντα σήμερον» μέσα στο αργό στιχηράριο του Γερμανού Νέων Πατρών, αν και με κάποια επιφύλαξη για το γνήσιο της πατρότητας αυτών των μελών.
< Προηγούμενο ἄρθρο
Ἐπιστροφή