
19 Σεπτεμβρίου
Eις τον Τρόφιμον και Δορυμέδοντα
Πνέοντες έν Tρόφιμε και Δορυμέδον,
Έν εκ ξίφους δέχεσθε και βίου τέλος.
Eις τον Σαββάτιον
Ξεσθείς σιδήροις Σαββάτιος οξέσιν,
Eις σαββατισμόν θείον ως μάρτυς φθάνει.
Eννεακαιδεκάτη Tρόφιμον τάμον ηδέ συνάθλους.
Υστέρα ο Αττικός έβγαλε απ’ τη φυλακή τον Σαββάτιο και τον ανέκρινε. Στην ερώτηση του τυράννου για το βαθμό του αξιώματός του, ο χριστιανός απάντησε: «Το αξίωμά μου, η πατρίδα μου, η δόξα και ο πλούτος μου είναι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο οποίος ζει αιωνίως και με την πρόνοιά Του υπάρχει και συντηρείται το σύμπαν!». Για την παρρησία της ομολογίας του τον μαστίγωσαν και του ξέσκισαν τις σάρκες με σιδερένια νύχια, μέχρι που αποκαλύφθηκαν γυμνά τα οστά του. Μετά απ’ τα φρικτά βασανιστήρια ο Σαββάτιος παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό.
Στη Φρυγία, ο ηγεμόνας Διονύσιος υπέβαλε τον Τρόφιμο σε νέα βασανιστήρια και ύστερα τον έκλεισε στη φυλακή, για να βασανιστεί επί μακρόν με χειρότερα μαρτύρια. Τότε ένας επιφανής πολίτης και κρυπτοχριστιανός, ο Δορυμέδων, ερχόταν στη φυλακή και μεριμνούσε για τον μάρτυρα Τρόφιμο. Όμως ο τύραννος το πληροφορήθηκε και υπέβαλε αμφότερους σε παρόμοια βασανιστήρια. Στο τέλος τους έριξε βορά στα άγρια θηρία, αλλά εκείνα ημέρεψαν και ούτε που τους άγγιξαν. Ο Δορυμέδων φώναξε στην πεινασμένη αρκούδα και τραβούσε τα αυτιά της για να την προκαλέσει· παρ’ όλα αυτά η άγρια αρκούδα γινόταν όλο και πιο ήμερη. Τελική διαταγή του τυράννου ήταν ν’ αποκεφαλιστούν διά ξίφους οι άγιοι μάρτυρες Τρόφιμος και Δορυμέδων. Έτσι ανήλθαν οι ψυχές τους στον ουρανό, όπου τώρα βασιλεύουν.
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος, Σεπτέμβριος, εκδ. Άθως, σ. 174-175)









