Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

nekt805x402

π. Θεόκλητος Διονυσιάτης

 Η τελειότατη κατάσταση της ψυχής είναι η αγάπη. Η αγάπη όμως όχι η συναισθηματική, η φυσική, η οποία στο μεν χώρο της συγγενείας είναι στοργή, στο δε μη συγγενικό χώρο μπορεί να είναι μια πολυμορφία, σε ποικίλο βαθμό μη καθαρότητας, συναισθηματικών συγ­κινήσεων, που παίρνουν διάφορες μορ­φές αναλόγως των αγαπώντων και αγαπωμένων. Αυτή η αγάπη είναι εκεί­νη για την οποία είπε Ο Κύριος· «εάν αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι» (Λουκ. ς ' 32). Σαν φυσική η αγάπη αυτή βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή.

Η τελειότατη όμως αγάπη είναι απο­τέλεσμα πολλού αγώνος και πολλής ταπεινώσεως. Προηγήθηκε απ’ αυτή η απελευθέρωση της ψυχής από το ζωώδη εγωκεντρισμό, η ψυχή έκανε μυστική αλληλοπεριχώρηση του «πλησίον» και το σκηνωμένο σ’ αυτή Άγιον Πνεύμα τη φώτισε να βλέπει στους ανθρώπους την ενιαία φύση και εφλόγισε έτσι την καρδιά, ώστε να μη διακρίνει το φίλο από τον εχθρό. Ιδιαίτερα όμως στο χώ­ρο της Εκκλησίας, η τέλεια αυτή αγάπη προσλαμβάνει θειότερες διαστάσεις, επειδή παρεμβάλλεται ο Κύριος Ιη­σούς, που ενοποιεί τους πιστούς στο άγιο όνομά του. Και έτσι πραγματοποι­είται εκείνο που λέει ο θείος Απόστο­λος: «Και κατανοώμεν αλλήλους εις παροξυσμόν αγάπης και καλών έργων» (Εβρ. Γ , 24).

Αυτή την αγάπη στην τελειότητά της, που φλέγει αδιάλειπτα την καρδιά και δεν μεταβάλλεται από τίποτε, είχε ο θεοφόρος Νεκτάριος. Αυτό το βλέπει κα­νείς σ’ όλη την αιδέσιμη ζωή του και σ’ όλα τα γραπτά του, και έχοντας αυτή μπορούσε να λέει: «εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί». Η αναλλοίωτη, η πάγια αυτή αγάπη, είναι «το πλήρω­μα του νόμου», γιατί μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε χερουβικό πλάσμα, σε σεραφικό πνεύμα· τον ομοιώνει με το Θεό, και του κατευθύνει ολόκληρο το είναι του. Κι’ ενώ ζει σαν «συμπολίτης των αγίων και οικείος του Θεού», όμως έχει γίνει αυτός η καρδιά του κόσμου, που δέχεται τις οδύνες του, τις αθλιότητές του, τις απελπισίες του, τις δυστυχίες του, σαν δικές του.

Αυτός ήταν ο άγιος Πατέρας μας, που πονούσε και έκλαιγε και προσηύχετο για όλο τον κόσμο, για όλα τα τέκνα του Θεού «τα διασκορπισμένα», για όλη την κτίση και γι’ αυτούς τους δαίμονες.

Και επομένως στα μάτια του, οι διαφό­ρων κλάδων αιρετικοί, τι άλλο ήταν από πλανεμένα παιδιά του Θεού και Πατέρα του και «δυνάμει» εν Χριστώ αδελφοί του; Πως λοιπόν να μη τους αγαπά, να μη θρηνεί και να μη προσεύχεται γι’ αυτούς; Πως μπορούσε να κάνει δια­φορετικά, αφού εντός του εμφώλευεν η «μη ζητούσα τα εαυτής αγάπη»; Και αφού δεν ζούσε αυτός, αλλά ζούσε εν αυτώ ο Χριστός, πως δεν θα τους αισθα­νόταν σαν μέλη του; Όλοι οι Άγιοι, που είχαν τον Χρι­στό στην καρδιά τους, έκλαιγαν για τους αιρετικούς και ο Απόστολος Παύλος έφθασε στο σημείο να δέχεται να χωρισθεί από το Χριστό για χάρη των ομο­φύλων του, που τον πολεμούσαν: «... λύπη μοι έστι μεγάλη και αδιάλει­πτος οδύνη τη καρδία μου. Ηυχόμην γαρ αυτός εγώ ανάθεμα είναι από του Χριστού υπέρ των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα, οίτινες είσιν Ισραηλίται...» (Ρωμ. θ', 2-3).

Συγγενή κείμενα υπάρχουν πολλά, γραμμένα, από τους Αγίους του Θεού, γιατί είχαν στην καρδιά τους το Θεό, ο οποίος «αγάπη εστί».

   Το πνεύμα της αγάπης προς τους αι­ρετικούς εδίδασκε ο Θεοσόφος Νεκτάρι­ος στους Ριζαρείτες, στο μάθημα της ποι­μαντικής, για να τους απαλλάξει από πλέγματα μισαλλοδοξίας, που βασα­νίζουν τις ακάθαρτες ψυχές εν ονόματι τάχα της Ορθοδοξίας. Κι’ έτσι τον πό­νο του για τους έξω της Εκκλησίας τον μεταποιεί σε διδασκαλία βασισμένη στο ήθος της Εκκλησίας.

Γράφει λοιπόν στην «Ποιμαντική» του τα εξής παράξενα για όσους δεν δοκί­μασαν την αγάπη του Χριστού.

«Ο επίσκοπος οφείλει να εμμένη αεί­ποτε εν ταις ηθικαίς του ιερού Ευαγγελίου αρχαίς και ουδέποτε να εξέρχηται τούτων ή να παραβαίνη αυτάς δήθεν λό­γω δογματικών διαφορών. ΑΙ δογματικοί διαφοραί ως αναγόμεναι προς μόνον το κεφάλαιον της πίστεως αφίενται ελεύθε­ρον και απρόσβλητον το της αγάπης κεφάλαιον· το δόγμα δεν καταπολεμεί την α­γάπην· η δε αγάπη χαρίζεται τω δόγματι, διότι «πάντα στέγει, πάντα υπομένει»· η χριστιανική αγάπη εστίν αναλλοίωτος, δι ο ουδ’ η των ετεροδόξων χωλαίνουσα πίστις δύναται ν’ αλλοιώση το προς αυ­τούς της αγάπης συναίσθημα. Δια της α­γάπης εστί λίαν πιθανόν να ελκύση προς εαυτόν και την εξ εσφαλμένης περιωπής κρίνουσαν δογματικόν τι ζήτημα ετερόδο­ξον εκκλησίαν. Η αγάπη ουδέποτε χάριν δογματικής τίνος διαφοράς πρέπον να θυσιάζηται. Παράδειγμα έστω ο Απόστο­λος των εθνών, όστις εξ αγάπης και προς αυτούς τους σταυρωτάς του Χριστού ηύχετο ανάθεμα είναι αυτών. Ο μη αγαπών τους ετεροδόξους επίσκοπος, ο μη και υ­πέρ αυτών εργαζόμενος, από ψευδούς κι­νείται ζήλου και εστερημένος εστίν αγά­πης· διότι όπου η αγάπη, εκεί και η α­λήθεια και το φως, ο δε ψευδής ζήλος και η πεπλανημένη δόξα εξελέγχονται υπό του φωτός και της αγάπης και αποκρού­ονται. Τα της πίστεως ζητήματα ουδ' όλως δέον εστί να μειώσι το της αγάπης συναίσθημα. ΟΙ διδάσκαλοι του μίσους εισί μαθηταί του πονηρού, διότι εκ της αυτής πηγής δεν εξέρχεται γλυκύ και πι­κρόν. Ο διδάσκαλος της αγάπης, οίος έστιν ο επίσκοπος, δεν δύναται να μη αγαπά, αδυνατεί δε όλως να μισή, διότι το πλήρωμα της αγάπης εκδιώκει το μίσος».

Ήδη έχουμε παραθέσει την περιγρα­φή του κατ’ επίγνωση ζηλωτού ανδρός, ο οποίος κυριαρχείται από αγάπη για κάθε αντιφρονούντα και με κάθε τρόπο φροντίζει και προσεύχεται υπέρ των ετεροδόξων για να τους ανοίξει ο Κύ­ριος τα μάτια της ψυχής να ιδούν το φως της αληθείας.

Στη συνέχεια αντιγράφω από το βιβλίο του θεοσόφου Ιε­ράρχη μια ψυχολογική περιγραφή του μη κατ’ επίγνωση ζηλωτού, που σε λίγες γραμμές αποτυπώνει την ψυχική λει­τουργία του, γεμάτη πάθος και μίσος εναντίον των δογματικώς πλανισμένων.

«Ο μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτής κέκτηται μεν ζήλον αλλ' ου κατ' επίγνωσιν, πλανάται εν ταις σκέψεσι και ενεργείας αυτού και εργαζόμενος δήθενυπέρ της δόξης του Θεού παραβαίνει τον νόμον της προς τον πλησίον αγάπης.  Ο μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτής εν τη ζέσει του ζήλου αυτού πράττει τα ενάντια, προς τας διατάξεις του Θειου νόμου και προς το Θείον θέλημα. Ο μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτής διαπράττει το κακόν, όπως επέλθη το υπ' αυτού νοούμενον αγαθόν. Ο ζήλος του μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτού είναι πυρ διαφθείρον, πυρ καταναλίσκον· η καταστροφή προπορεύεται αυτού και η ερήμωσις έπεται αυτώ. Ο μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτής εύχεται τω Θεώ να ρίψη πυρ εξ ουρανού και να κατακαύση πάντας τους μη δεχόμενους τας αρχάς και πεποιθήσεις αυτού.

Τον μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτήν χαρακτηρίζει μίσος προς τους ετεροθρήσκους ή ετεροδόξους, ο φθόνος και ο επίμονος θυμός, η εμπαθής αντίσταση προς το αληθές πνεύμα του θείου νόμου, η παράλογος επίμονη εν τη υπερασπίσει των ιδίων φρονημάτων, ο παράφορος ζήλος προς κατίσχυσιν εν πασίν, η φιλοδοξία, η φιλονικία, η έρις, και το φιλοτάραχον. Ο μη κατ' επίγνωσιν ζηλωτής είναι, άνθρωπος ολέθριος.».

 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΑΘΩΝΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ»

ΔΙΜΗΝΙΑΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ ΣΥΝΤΑΣΣΟΜΕΝΟΝ ΥΠΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ .

Διανέμεται ως ευλογία υπό της Ι. Κοινότητας του Αγίου Όρους

Υπεύθυνος: Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης, Καρυαί - Αγ. Όρος

ΤΕΥΧΗ 65-66 – ΙΟΥΝΙΟΣ/ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1979

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ