Στην ανάπτυξη του θέματος έγινε προσπάθεια να διερευνηθεί, μέχρι και την εποχή του αγίου Αυγουστίνου, η στάση των Πατέρων και των εκκλησιαστικών συγγραφέων της Δύσης απέναντι στις μαγικές πρακτικές.
Η μαγεία, η πανάρχαια αυτή τέχνη, δεν αποτέλεσε καινούριο φαινόμενο για τον χριστιανικό κόσμο. Συνοδευόμενη από παγανιστικές τελετές και ειδωλολατρικά έθιμα ταυτίστηκε άμεσα, στους πρώτους μετά – χριστιανικούς αιώνες, με την λατρεία των δαιμόνων. Οι Πατέρες και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς δίδαξαν την μοναδικότητα του αληθινού Θεού και την ματαιότητα των εθνικών θεοτήτων. Γι’ αυτό και όταν οι μάγοι στις τελετές τους επικαλούνταν τους εθνικούς θεούς, στα μάτια των χριστιανών η αναφορά τους γινόταν στους ίδιους τους δαίμονες.
Η χριστιανική διδασκαλία θα καταδικάσει τις μαγικές πρακτικές με το επιχείρημα ότι ο διάβολος και τα πειθήνια όργανά του, οι δαίμονες, είναι οι δημιουργοί της μαγείας και αποβλέπουν στον όλεθρο της ανθρώπινης ψυχής. Οι Πατέρες της Δύσης θα ξετυλίξουν τον μίτο της μαγικής απάτης και θα ξεσκεπάσουν τη δαιμονική πλάνη. Καταληκτικά, σταχυολογώντας τις λατινικές πηγές, ξεχωρίζει η διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου. Ο Χριστιανός φιλόσοφος θα αναφερθεί στον πονηρό ρόλο των δαιμόνων και θα συνδυάσει τη δράση τους, άρρηκτα, με τις μαγικές απάτες. Ο πιστός οφείλει να ακολουθεί τον δρόμο του Κυρίου και να αποφεύγει να συναναστρέφεται με μάγους και αστρολόγους, καθώς η αλήθεια βρίσκεται μόνο στη χριστιανική πίστη.









