
Η Επιστημονική Μελέτη των Ψυχολογικών Επιπτώσεων της Υποχρεωτικής Απομόνωσης
Ο εξοστρακισμός, η πρακτική της αγνόησης και του αποκλεισμού ενός ατόμου από μια ομάδα, είναι ένα φαινόμενο τόσο αρχαίο όσο και η ανθρώπινη κοινωνία. Ενώ στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες ο εξοστρακισμός εκδηλώνεται συχνά ως bullying ή social exclusion, η φύση του αποκτά μια ιδιαίτερα σκοτεινή διάσταση όταν χρησιμοποιείται ως στρατηγική τακτική ελέγχου από ομάδες υψηλής επιρροής ή δομές σεκταριστικού τύπου.
Σε αυτό το πλαίσιο, η απομόνωση δεν είναι τυχαία ή αυθόρμητη, αλλά υποχρεωτική, ένα όπλο που επιστρατεύεται για να διατηρήσει την υπακοή των μελών και να τιμωρήσει όσους επιλέγουν να αποχωρήσουν. Η ψυχολογική βία αυτού του θεσμοθετημένου αποκλεισμού έχει πλέον γίνει αντικείμενο μιας εις βάθος επιστημονικής μελέτης που αποσκοπεί να ποσοτικοποιήσει τη ζημιά και να συμβάλλει στη διεθνή νομοθεσία.
Η μελέτη αυτή, η οποία ξεκίνησε από το Πανεπιστήμιο του Roehampton (Λονδίνο) σε συνεργασία με το Ίδρυμα Open Minds, έχει ως φιλόδοξο στόχο να μετρήσει τις πραγματικές επιπτώσεις της πρακτικής του «υποχρεωτικού εξοστρακισμού» που επιβάλλουν συγκεκριμένες κοινότητες στους πρώην τους οπαδούς ή μέλη. Οι ερευνητές έχουν δεσμευτεί σε μια τριετή προσπάθεια συλλογής μαρτυριών και δεδομένων για να τεκμηριώσουν τη σχέση μεταξύ της επιβεβλημένης απομόνωσης και των ψυχολογικών διαταραχών που προκύπτουν, όπως το άγχος, η κατάθλιψη και το σύνδρομο μετατραυματικού στρες (PTSD). Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι μόνο ψυχολογικό, αλλά και νομικό: κατά πόσο οι πρακτικές της υποχρεωτικής απομόνωσης και του καταναγκαστικού ελέγχου συνιστούν παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η έρευνα επικεντρώνεται σε έξι συγκεκριμένες κοινότητες που είναι γνωστές για την πρακτική της επιβεβλημένης εξώθησης, μεταξύ των οποίων οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι Σαηεντολόγοι και οι Υπερορθόδοξοι Εβραίοι. Η ελπίδα είναι ότι τα τεκμηριωμένα στοιχεία που θα προκύψουν θα είναι τόσο ισχυρά ώστε να επηρεάσουν τη διεθνή νομοθεσία και να προσφέρουν καλύτερη προστασία στις μελλοντικές γενιές.
Η μελέτη του Πανεπιστημίου του Roehampton έρχεται να επιβεβαιώσει και να επεκτείνει τα ευρήματα δεκαετιών έρευνας για τον εξοστρακισμό, η οποία έχει ήδη αποδείξει την καταστροφική επίδραση της κοινωνικής απόρριψης στην ψυχή. Ο εξοστρακισμός, ακόμη και σε ελάχιστη ή πειραματική μορφή, προκαλεί ψυχολογική οδύνη και απειλεί άμεσα τέσσερις θεμελιώδεις ανθρώπινες ανάγκες, όπως περιγράφονται στο μοντέλο Need-Threat Model του Kipling Williams: την ανάγκη για ανήκειν, την ανάγκη για αυτοεκτίμηση, την ανάγκη για έλεγχο και την ανάγκη για ύπαρξη με νόημα. Όταν ένα άτομο αγνοείται, αισθάνεται ότι η θέση του στον κόσμο έχει διαρραγεί, οδηγούμενο σε χαμηλότερα επίπεδα θετικής διάθεσης και μειωμένη ενσυναίσθηση προς τους άλλους.
Τα πειραματικά δεδομένα, πολλά από τα οποία συλλέγονται μέσω του Cyberball paradigm (μια προσομοίωση ρίψης μπάλας σε υπολογιστή όπου ο συμμετέχων αποκλείεται από τους άλλους παίκτες), έχουν αποκαλύψει ότι η κοινωνική ζημία ενεργοποιεί τις ίδιες περιοχές του εγκεφάλου με τον σωματικό πόνο. Συγκεκριμένα, η εμπειρία του εξοστρακισμού οδηγεί σε ενεργοποίηση του ραχιαίου πρόσθιου φλοιού του προσαγωγίου (dorsal Anterior Cingulate Cortex - dACC) και της πρόσθιας νήσου (Anterior Insula). Αυτές οι περιοχές είναι γνωστές ως το νευρωνικό δίκτυο που επεξεργάζεται τον σωματικό πόνο, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο κοινωνικός πόνος και ο φυσικός πόνος μοιράζονται ένα κοινό νευρωνικό σύστημα συναγερμού. Αυτή η νευροβιολογική τεκμηρίωση προσδίδει αδιαμφισβήτητη βαρύτητα στις μαρτυρίες των θυμάτων, μετατρέποντας τον «πόνο της ψυχής» σε ένα μετρήσιμο βιολογικό φαινόμενο.
Στις περιπτώσεις του υποχρεωτικού εξοστρακισμού που μελετά η έρευνα του Roehampton, οι επιπτώσεις είναι ακόμη πιο οξείες, διότι ο αποκλεισμός προέρχεται από πρόσωπα ίσης ή στενής σχέσης (οικογένεια, φίλοι εντός της κοινότητας) και είναι μακροχρόνιος και τιμωρητικός. Η μακροχρόνια έκθεση στον εξοστρακισμό εξαντλεί τους ψυχολογικούς πόρους του ατόμου, οδηγώντας στη φάση της «παραίτησης». Σε αυτό το στάδιο, η απειλή των θεμελιωδών αναγκών οδηγεί σε συναισθήματα βοήθειας, αποξένωσης και αυξημένο κίνδυνο για επιθετική ή αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, καθώς και στην υιοθέτηση αυτοϋπονομευτικών συμπεριφορών (όπως αυξημένη χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών) και στην αίσθηση ότι η ζωή είναι άνευ νοήματος. Η μελέτη φιλοδοξεί να συγκεντρώσει τις αναγκαίες αποδείξεις για να καταδείξει ότι η απλή απειλή της απομόνωσης αποτελεί τακτική στρατηγική για τη διατήρηση του ελέγχου επί των οπαδών, και ότι η επιβολή της είναι μία πράξη βίας με σοβαρές και ποσοτικοποιήσιμες συνέπειες που πρέπει να αντιμετωπιστούν από το διεθνές νομικό σύστημα.
Πηγές:
Lancement d’une étude scientifique sur les effets de l’ostracisme | UNADFI
https://journals.plos.org/plosone/article?id=10.1371/journal.pone.0127002
https://academic.oup.com/scan/article/14/6/633/5485509
https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC7897794/
Lancement d’une étude scientifique sur les effets de l’ostracisme | UNADFI









