Η έλξη μου για τη μυστική φιλοσοφία με οδήγησε στον Απολλώνιο Τυανέα για τον οποίο αποφάσισα να εκπονήσω διατριβή επί διδακτορία παρότι γνώριζα εκ των προτέρων τη μεγάλη δυσκολία μεταφοράς στο κλίμα της ακαδημαϊκής γραφής τη μυστικού και ποιητικού χαρακτήρα διδασκαλία του. Η δυσκολία αυτή καθόρισε τη δομή του κειμένου μου διότι, κατά ανορθόδοξο τρόπο, το κύριο κεφάλαιο βρίσκεται στο τέλος και τα τρία κεφάλαια που προηγούνται αποτελούν μεθοδευμένη προετοιμασία για την ανάγνωση και κατανόησή του. Ακολουθούν ο επίλογος, το παράρτημα και η βιβλιογραφία. Στην εισαγωγή, διατυπώνω τα ερωτήματά μου, παρουσιάζω το περιεχόμενο των τριών πρώτων κεφαλαίων και αναφέρομαι στις έννοιες που κυριαρχούν στο τέταρτο κεφάλαιο, όπου αναλύεται διεξοδικά η Βίβλος σοφίας και συνέσεως αποτελεσμάτων Απολλωνίου του Τυανέως. Στο πρώτο κεφάλαιο, εξετάζω τα χαρακτηριστικά του πυθαγορισμού. Ακολουθούν τέσσερα υποκεφάλαια, όπου παρουσιάζω τη λειτουργία του αριθμού στην πυθαγόρεια φιλοσοφία, τη σχέση του Πυθαγόρα με τα μυστήρια, τη σχέση του πυθαγορισμού με τη διονυσιακή θρησκεία. Τέλος, αναφέρομαι στους πρώτους σοφούς, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται ο Πυθαγόρας.Το δεύτερο κεφάλαιο αποτελείται από πέντε υποκεφάλαια. Στο πρώτο, αναφέρομαι στον ιστορικό χρόνο δράσης του Τυανέα. Επίσης, παρουσιάζω τους βασικούς εκπροσώπους και τα χαρακτηριστικά του νεοπυθαγορισμού, επειδή ο Τυανέας κατατάσσεται στους νεοπυθαγόρειους και στη Βίβλο σοφίας διακρίνουμε σαφή νεοπυθαγορικά στοιχεία. Ακολουθούν τρία υποκεφάλαια: ‘’Οι στωικοί’’, ‘’Τα ερμαϊκά κείμενα’’, ‘’Οι γνωστικοί’’. Σ’ αυτά εξετάζονται τα κεντρικά σημεία της κάθε φιλοσοφίας, επειδή εκεί διακρίνουμε πολλά κοινά στοιχεία με το νεοπυθαγορισμό και παρατηρούμε ότι και οι δικές τους επιδράσεις έχουν καταγραφεί εμφανώς στη Βίβλο σοφίας. Στο πέμπτο υποκεφάλαιο αναφέρομαι στο νεοπλατωνισμό, καθώς σ’ αυτόν παρατηρείται η διατήρηση στοιχείων του νεοπυθαγορισμού κυρίως σε ό,τι αφορά στην άσκηση πρακτικών θεουργίας. Στη Βίβλο σοφίας περιγράφονται τέτοιου είδους πρακτικές. Στο τρίτο κεφάλαιο, ασχολούμαι με τα φιλολογικά και ιστορικά ζητήματα που προέκυψαν από την έρευνά μου, επειδή έπρεπε να αναφερθώ στις απόψεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με τη γνησιότητα της Βίβλου σοφίας. Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις απόψεις σε συνδυασμό με αρχαίες πηγές για τον Τυανέα διατυπώνω τις δικές μου υποθέσεις για το πρόβλημα αυτό. Το τέταρτο κεφάλαιο, όπου επιχειρώ να ερμηνεύσω τις δύο εκδοχές της Βίβλου σοφίας που βρήκα στο Παρίσι και μετέφρασα η ίδια στη νεοελληνική, αποτελεί κυρίως την προσφορά μου στη βιβλιογραφία. Η έρευνά μου βρέθηκε ενώπιον ποικίλων δυσχερειών, καθώς δεν έχουν πραγματοποιηθεί φιλοσοφικού περιεχομένου επισημάνσεις για τη Βίβλο σοφίας. Η μετάφραση του αρχαίου κειμένου και των σχολίων του στη νεοελληνική ήταν ένα παρακινδυνευμένο εγχείρημα, καθώς η μετάφραση και ο σχολιασμός της πρώτης εκδοχής έχουν γραφτεί στη λατινική και δεν υπάρχει ολοκληρωμένη μετάφραση της δεύτερης εκδοχής εκτός από ορισμένα αποσπάσματα στη γαλλική. Το περιεχόμενο της Βίβλου σοφίας δικαίωσε την επιλογή μου να σταθώ με επιμονή στην κάθε της λέξη. Ο ποιητικός της λόγος επιβάλλεται ως υπόδειγμα φιλοσοφικής γραφής, καθώς, όπως φαίνεται στο κείμενο, η εκφορά συγκεκριμένων λέξεων μπορεί να είναι καταλυτική ακόμα και στη διαμόρφωση της πραγματικότητας. Η δύναμη αυτών των λέξεων γίνεται ο τόπος και ο τρόπος για την έμπρακτη λειτουργία του λόγου. Στο κείμενο αυτό, το έργο του δασκάλου ενεργοποιεί και αναπτύσσει στο έπακρο τις δυνάμεις του μαθητή οδηγώντας τον έως και στην ταύτισή του με το θεϊκό. Πρόκειται για το περιεχόμενο μιας πρακτικής φιλοσοφίας η οποία, φωτίζοντας το δρόμο που διευρύνει τα όρια της ανθρώπινης φύσης, οδηγεί στο αγκάλιασμα του ανθρώπου με τη φύση και το θεό. Οδηγεί συνεπώς στην ευτυχία, το αρχαιότερο όνειρό μας.Στον επίλογο, παρουσιάζω τα συμπεράσματά μου για τη φιλοσοφία του Τυανέα και τη σχέση της με τη Βίβλο σοφίας. Τέλος, επισημαίνω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι η φιλοσοφία αυτή έχει διαχρονική αξία και αποτελεί υπόδειγμα πρακτικής φιλοσοφίας με περιεχόμενο που εντάσσεται στο πεδίο της Hθικής.









