Η εκκλησιαστική και πολιτική κατάσταση στην Παλαιστίνη από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο έως την καταστροφή των Ιεροσολύμων από τους Πέρσες (614 μ.Χ.)

Η παρούσα διατριβή επιχειρεί, όσο το δυνατό, να παρουσιάσει τις εξελίξεις, εκκλησιαστικές και ιστορικές, οι οποίες διαμορφώνονται τη χρονική περίοδο που ακολουθεί την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας και ολοκληρώνεται με την περσική επιδρομή και κατάκτηση της Παλαιστίνης από τους Πέρσες, στις αρχές του 7ου αιώνα. Η παραπάνω χρονική περίοδος αποτελεί μια εξαιρετικής σημασίας εποχή για την Παλαιστίνη, και για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, κατά την οποία τα Ιεροσόλυμα επιχειρούν να αποτελέσουν τον τόπο αναφοράς των χριστιανών. Μετά την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο ο συμβολικός ρόλος της πόλης και της περιοχής αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς γίνονται το κατεξοχήν πεδίο ανταγωνισμού και αντιπαράθεσης μεταξύ των χαλκηδονίων και αντιχαλκηδονίων χριστιανών. Η ιδιαίτερη θέση των Ιεροσολύμων στη συνείδηση των χριστιανών συνετέλεσε ώστε αυτά να αποτελούν το κέντρο της αναφοράς για την ενότητα, τόσο της χριστιανικής Εκκλησίας όσο βέβαια και της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η ερμηνεία των γεγονότων που εξελίχθηκαν στους Αγίους Τόπους θα βοηθήσει έτσι στην καλύτερη μελέτη της εποχής και των γεγονότων που συνδέουν τα θεολογικά δρώμενα με το ιστορικό και πολιτικό περιβάλλον. Η μελέτη περιλαμβάνει τόσο τη δράση των εκκλησιαστικών όσο και των πολιτικών προσώπων, κυρίως αυτοκρατόρων, στο προαναφερθέν χρονικό διάστημα, στην προσπάθειά τους να συνδυάσουν την εκκλησιαστική με την προσωπική τους πολιτική. Η υπό διαπραγμάτευση εποχή περιλαμβάνει κυρίως τις περιόδους βασιλείας των αυτοκρατόρων Μαρκιανού, Ζήνωνος, Αναστασίου, Ιουστίνου, Ιουστινιανού οι οποίοι επιχείρησαν να επιβάλλουν πρώτιστα την προσωπική τους εκκλησιαστική πολιτική στο χώρο την Παλαιστίνης αντιλαμβανόμενοι τον ιδιαίτερο συμβολισμό της στη συνείδηση των χριστιανών και στην δυνατότητα επίδρασής τους. Η ολοένα αυξανόμενη σημασία της θέσης των Ιεροσολύμων ως τόπου αναφοράς και μνήμης των απανταχού χριστιανών έδινε στην πόλη και την ευρύτερη περιοχή ιδιαίτερη πολιτική αξία, κάτι που δεν υπήρχε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι μόλις το 451 η Εκκλησία των Ιεροσολύμων κατέστη εκκλησιαστική αυτοδιοίκηση.Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται στο ρόλο που διαδραμάτισαν ο πατριάρχης Ιουβενάλιος και η αυτοκράτειρα Ευδοξία στην αποκατάσταση της ορθόδοξης πίστης, καθώς και στην ιδιαίτερη συμβολή του Μεγάλου Ευθυμίου στην εδραίωση της Ορθοδοξίας. Στη συνέχεια, αναλύεται η πολιτική που ακολούθησε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός στην Παλαιστίνη, ιδιαίτερα μετά την επανάσταση των Σαμαρειτών, ενώ εξετάζεται ο ρόλος του αγίου Σάββα στην αποκατάσταση της εκκλησιαστικής και πολιτικής ειρήνης. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο προσωπικό ενδιαφέρον του αυτοκράτορα Ιουστινιανού για την ανοικοδόμηση ναών και γενικότερα για τον εξωραϊσμό της ευρύτερης περιοχής των Ιεροσολύμων, καθώς και για το ρόλο τον οποίο διαδραμάτισε ο άγιος Σάββας στην απόφαση αυτή του αυτοκράτορα..Τέλος, αναφερόμαστε στην περσική εισβολή στην Παλαιστίνη και στην κατάληψη της πόλης των Ιεροσολύμων από τους Πέρσες, που σηματοδοτεί και το τέλος της περιόδου ακμής της Τοπικής Εκκλησίας κατά τη βυζαντινή εποχή.


Εκτύπωση   Email