Η χρήση της Παλαιάς Διαθήκη στην προς Γαλάτας Επιστολή και πως επηρεάζει τη συζήτηση για την ερμηνεία της επιστολής υπό το φως της νέας προοπτικής στην Παύλεια θεολογία

Κομβικής σημασίας στην έρευνα για τη σχέση του χριστιανού με τον Νόμο είναι η ερμηνεία της Παύλειας κατανόησης του Νόμου. Η προσέγγιση της «Νέας Προοπτικής» έδωσε νέες κατευθύνσεις και προκάλεσε τις παραδοσιακές ερμηνείες της Παύλειας κατανόησης του Νόμου, επανεξετάζοντας κυρίως τον Ιουδαϊσμό και δίνοντας νέες κατευθύνσεις στην ερμηνεία της προς Γαλάτας επιστολής. Η εργασία ασχολείται με τα ερωτήματα που θέτει η «Νέα Προοπτική» στην ερμηνεία της προς Γαλάτας επιστολής. Οι προτάσεις της Νέας Προοπτικής, αλλά και οι αντίστοιχες προσπάθειες ανασκευής αυτών των προτάσεων στηρίχθηκαν αρχικά στη μελέτη του Ιουδαϊσμού από ιστορικής και θεολογικής πλευράς. Ο τομέας των Βιβλικών Σπουδών και συγκεκριμένα ο συνδυασμός της ιστορικο-κριτικής μεθόδου με τη θεωρία της διακειμενικότητας, συνεπικουρούμενη με στοιχεία ρητορικής ανάλυσης, έχει πολλά να προσφέρει. Η συγκεκριμένη μέθοδος εξετάζει τη λογοτεχνική και θεολογική συνάφεια των χωρίων της Παλαιάς Διαθήκης που αναφέρονται στο Γαλάτας 3:6, 8, 10, 11, 12, 4:27, στην Παλαιά Διαθήκη, στον Ιουδαϊσμό και στην προς Γαλάτας. Εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο ο απόστολος Παύλος αναφέρει και χρησιμοποιεί τα χωρία αυτά της στην ανάπτυξη του επιχειρήματός του στα κεφάλαια 3 και 4. Η εργασία προϋποθέτει και συμπεραίνει πως ο απόστολος Παύλος αφενός λαμβάνει υπόψη του τη θεολογική και λογοτεχνική συνάφεια της Παλαιάς Διαθήκης των χωρίων που αναφέρει, χρησιμοποιεί τρόπους ερμηνείας της εποχής του και τα ερμηνεύει μέσα από το πρίσμα του ερχομού του Μεσσία. Με βάση τις ανωτέρω παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα των κεφαλαίων 6 ως 11, ο Παύλος χρησιμοποιεί τα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης για να υποστηρίξει τα επιχειρήματα του αναλογικά (Γαλάτας 15:6), για να δείξει μια διαχρονική αρχή η οποία μεταφέρεται από την Παλαιά Διαθήκη στην Καινή (Αββακούμ 2:4), συνδυάζοντας τις δύο αυτές χρήσεις (Δευτερονόμιον 27:26, Λευιτικό 18:5) για να υποστηρίξει ότι η διακονία του αποτελεί προφητική εκπλήρωση (Γένεσις 12:3/18:18/22:18), αλλά και έμμεση (τυπολογική) προφητική εκπλήρωση (Ησαΐας 54:1). Παράλληλα χρησιμοποιεί την «κριτική» χρήση κειμένων προκειμένου να δώσει έμφαση εκεί που επιθυμεί (Γένεσις 12:3/18:18/22:18).Οι ανωτέρω χρήσεις της Παλαιάς Διαθήκης δείχνουν ότι χρησιμοποιεί τα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης συνυπολογίζοντας τη συνάφειά τους και μεταφέροντας την «αναλογικά» στις περιστάσεις των Γαλατών. Η συνάφεια των χωρίων της Παλαιάς Διαθήκης στη Γαλάτας 3 και 4 έδειξε πως τα χωρία Γένεσις 15:5, Γένεσις 12:3/18:18/22:18, Δευτερονόμιο 27:26, Αββακούμ 2:4, Λευιτικό 18:5, και Ησαΐας 54:1 δεν χρησιμοποιούνται σωτηριολογικά, αλλά αφορούν τη συνέχιση της ζωής στο πλαίσιο της διαθήκης στη γη της επαγγελίας, ενώ στον Ιουδαϊσμό κάποια από αυτά χρησιμοποιούνται για την απόκτηση της αιώνιας/εσχατολογικής ζωής. Επομένως τόσο οι συνάφειες των χωρίων στην Παλαιά Διαθήκη όσο και η συνάφεια της προς Γαλάτας επιστολής οδηγούν στην εξής σκέψη, η οποία αποτελεί και πρόταση για περαιτέρω διερεύνηση: Η προς Γαλάτας επιστολή μπορεί να αναγνωστεί και να ερμηνευθεί όπως η προς Εβραίους επιστολή, δηλαδή όχι ως κλήση προς σωτηρία, αλλά ως κλήση να συνεχιστεί ο αγώνας της πίστης.


Εκτύπωση   Email