Κύριος σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να διαφανούν οι συμπορεύσεις μεταξύ του Immanuel Kant και των Στωικών, εν αναφορά προς το πρόβλημα της Ηθικής, μέσα από τρεις βασικούς θεματικούς άξονες, που αφορούν: α. στις έννοιες του Καλού και του Κακού εν σχέσει προς τον ηθικό νόμο β. στην σύζευξη αρετής και ευδαιμονίας και γ. στο πρότυπο του στωικού Σοφού. Διερευνήθησαν πρωτίστως οι έννοιες του Λόγου, της ελευθερίας και του καθήκοντος και στις δύο φιλοσοφικές Σχολές, ώστε να κατανοηθούν οι ομοιότητες καθώς και οι διαφορές των άνωθι θεματικών. Στα κεφάλαια αυτά, διαπιστώθηκε πως οι συγγένειες μεταξύ Kant και Στωικών είναι ιδιαίτερης σημασίας, αν και ο ίδιος ο Kant δεν αναφέρεται ρητά στην Στοά.Ως εκ τούτου, η εργασία απαρτίζεται από οκτώ (8) κεφάλαια, διηρημένα σε υποενότητες, με στόχο την επίτευξη της συστηματικότερης αναφοράς στα εξεταζόμενα επιμέρους ζητήματα.Στο πρώτο κεφάλαιο παρουσιάζονται οι πηγές στις οποίες ανέτρεξε ο Immanuel Kant και άντλησε τις γνώσεις του για την Στοά. Ο Στωικισμός είναι μία από τις κύριες πηγές της ηθικής φιλοσοφίας του Kant. Υπάρχει ένα φάσμα βασικών αποσπασμάτων στα έργα του φιλοσόφου, σχετικά με την αρετή, την βούληση, το Υπέρτατο Αγαθό και την ηθική αξία του προσώπου, στα οποία η στωική ηθική κατέχει ιδιαίτερη θέση. Ο Kant άλλοτε επαινεί τους Στωικούς για την εγκυρότητα των στοχασμών τους και άλλοτε απορρίπτει, μέσα από την συστηματική του κριτική, τις θέσεις τους στα αντίστοιχα θέματα. Ένας από τους πρώτους μελετητές, που ασχολήθηκε με την θέση της στωικής ηθικής στην καντιανή φιλοσοφία, είναι ο Willi Schink. Στο άρθρο του “Kant und die stoische Ethik” παραθέτει τις πηγές του Καινιξβέργιου φιλοσόφου εν σχέσει προς την στωική ηθική. O A. Warda επίσης, ασχολείται διεξοδικά με την φιλοσοφία του Immanuel Kant και παρουσιάζει τις πηγές του φιλοσόφου, στο έργο του “Immanuel Kants Bucher”. Σημαντική σε τούτο το κεφάλαιο, είναι και η αναφορά στον Johann Jacob Brucker. O Brucker έγραψε μια παγκόσμια ιστορία της Φιλοσοφίας, με τίτλο “Historia critica Philosophiae”, η οποία αποτελείται από δύο τόμους. Στον πρώτο τόμο (και ελάχιστα στον δεύτερο) αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στον Στωικισμό, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα, όπως και ο Kant, στην ηθική του φιλοσοφία.Στο δεύτερο κεφάλαιο διερευνάται η θέση και ο ρόλος του Λόγου στην σκέψη των Στωικών και του Kant, ώστε να ευρεθούν οι συμπορεύσεις. Είναι χαρακτηριστικό πως τόσο στην καντιανή όσο και στην στωική ηθική, η θέση του Λόγου είναι προεξάρχουσα. Ο Λόγος αποτελεί θεμελιώδη έννοια για τον καθορισμό του ανθρώπινου βίου και η αρμονία με την Φύση, είναι κοινός παρανομαστής των δύο φιλοσοφικών Σχολών. Ωστόσο, ο Λόγος στον Kant, προσεγγίζεται στο πλαίσιο του Καθαρού Πρακτικού Λόγου και μακριά από κάθε εμπειρικό στοιχείο, ενώ στους Στωικούς είναι συνδεδεμένος με την κατ’ αίσθησιν εμπειρία. Παρά τις διαφορές που εντοπίζονται ανάμεσα στον Kant και στην Στοά, είναι σημαντική η κοινή τους θέση περί υποταγής στον ηθικό νόμο, ο οποίος όμως για τον Kant ορίζεται στο πλαίσιο του καθήκοντος μέσω του a priori ηθικού νόμου, ενώ για τους Στωικούς ορίζεται στο πλαίσιο της Φύσης. Οι συχνές και ορθές αναφορές του Kant στις αντίστοιχες θέσεις της Στοάς αναφορικά με τον Λόγο και την Φύση, αποδεικνύουν πως ο Καινιξβέργιος φιλόσοφος αντιλαμβανόταν πλήρως το νόημα της στωικής ηθικής. Συγκεκριμένα, στο κεφάλαιο αυτό εξετάζονται α. η θέση του Λόγου στην καντιανή και στην στωική ηθική β. η ερμηνεία που δίνει ο Kant στην δογματική φιλοσοφία των Στωικών και γ. οι συγγένειες του κοσμικού Λόγου των Στωικών με την Κατηγορική Προστακτική του Kant.Στο τρίτο κεφάλαιο αναλύεται η έννοια της ελευθερίας στους Στωικούς και στον Kant. Μελετώνται κυρίως α. το πρόβλημα που ανακύπτει, όταν η ελευθερία συγχέεται με την αναγκαιότητα ή «Ειμαρμένη» κατά τους Στωικούς και β. η έννοια της ηθικής συνείδησης, η οποία ταυτίζεται με την ελευθερία στην καντιανή αλλά και στην στωική ηθική διανόηση. Ουσιαστικές συμπορεύσεις δεν συναντώνται στην σύλληψη των Στωικών και του Kant για την ελευθερία, ωστόσο γίνεται μία συγκριτική εξέταση, ώστε να διαφανούν οι διαφοροποιήσεις που υπάρχουν στην ηθική θεωρία και των δύο αντιστοίχως. Στο θέμα της ελευθερίας ο Kant διαφοροποιείται από τους Στωικούς, καθώς εκείνοι πλαισιώνουν την ελευθερία με την Φύση, τον Θεό και τον κοσμικό Λόγο, ενώ ο Kant την κρίνει ως αναγκαίο αίτημα του Πρακτικού Λόγου. Συνεπώς διατυπώνει την δική του θέση, αφενός μεν θαυμάζοντας τις απόψεις της Στοάς, αφετέρου δε, αναπτύσσοντας την σκέψη του αυτόνομα. Έτσι ο Kant προσεγγίζει την ελευθερία μέσω του ηθικού νόμου, η συνείδηση του οποίου αποτελεί το Faktum του Λόγου.Το τέταρτο κεφάλαιο άπτεται της έννοιας του καντιανού καθήκοντος και της διαφοροποίησής του από την στωική διδασκαλία. Για τον σκοπό αυτό, διερευνάται η θέση του στωικού «κατορθώματος» εν σχέσει προς το καντιανό καθήκον, ώστε να φωτιστούν οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των δύο θεωριών. Τονίζεται επίσης το «ηθικό αίσθημα» του καθήκοντος στον Kant, ως ένα αίσθημα ικανοποίησης ή ευχαρίστησης (εδώ ο Immanuel Kant ταυτίζεται με τον Επίκουρο), κατά την διαδικασία εκτέλεσης του ίδιου του καθήκοντος. Διαπιστώνεται ακόμη πως ο διαχωρισμός των καθηκόντων σε τέλεια και ατελή, από τον Kant, έχει στωική προέλευση, καθώς το αποδεικνύουν οι πηγές. Ωστόσο για τον Kant, το καθήκον σχετίζεται με την ελευθερία και, μέσω του ηθικού νόμου, μας οδηγεί στο Υπέρτατο Αγαθό. Μια τέτοια αναζήτηση προς την επίτευξη του Υπέρτατου Αγαθού, θέτει το αίτημα της αθανασίας της ψυχής, το οποίο για τον Kant εντάσσεται στον Πρακτικό Λόγο, αλλά και το αίτημα της υπάρξεως του Θεού. Στο πέμπτο κεφάλαιο της εργασίας εξετάζεται ο κατεξοχήν στόχος του φιλοσοφείν στον Kant και στους Στωικούς. Παρουσιάζεται η ερμηνεία που δίνει ο Kant για τον ορισμό της Φιλοσοφίας των Στωικών καθώς και η δική του θέση εν αναφορά προς το Υπέρτατο Αγαθό. Αναλύεται επίσης η ερμηνεία του Kant για τις ηθικές αρχές των Στωικών. Ο Kant επιδοκιμάζει, αναλύει και αιτιολογεί την στωική διαίρεση της Φιλοσοφίας (Φυσική-Λογική-Ηθική). Διαφωνεί ωστόσο με τους Στωικούς ως προς τον ορισμό της Φιλοσοφίας, υποστηρίζοντας πως θα έπρεπε η Φιλοσοφία να είναι διδασκαλία όχι της σοφίας (όπως υποστηρίζουν οι Στωικοί), αλλά του Υπέρτατου Αγαθού. Ο Kant εξηγεί ακόμη την έννοια της τελειότητας και εξετάζει την καταλληλότητά της, ως όρο της ηθικότητας. Υποστηρίζει πως οι υλικές αρχές δεν μπορούν να αποτελέσουν την ηθική αρχή, επειδή όλη η ύλη των πρακτικών κανόνων στηρίζεται πάντα σε υποκειμενικούς όρους. Η αρχή της Στοάς, κατά τον Kant, ανήκει στην ευδαιμονία, καθόσον ανάγεται στον κόσμο της εμπειρίας.Το έκτο κεφάλαιο διερευνά τις διαστάσεις του Καλού και του Κακού στην στωική και καντιανή φιλοσοφία. Η καντιανή θεωρία υπαγορεύει τον καθορισμό των ηθικών κριτηρίων που σχετίζονται με το Καλό και το Κακό, έτσι ώστε να διαφανούν οι ομοιότητες και οι διαφορές με την στωική ηθική. Έτσι γίνεται αντιληπτή η πορεία προς το Υπέρτατο Αγαθό (εν σχέσει και προς τον a priori ηθικό νόμο), όπου για τον Kant αποτελεί θεμελιώδη ηθική έννοια. Κατά τον Kant, το Κακό πρέπει να εκδιωχθεί από την ιδιοκτησία της ηθικότητας, από τον διεφθαρμένο κανόνα της και άρα, από την ίδια την ελευθερία και όχι από τις κλίσεις. Συνεπώς ο Στωικός θα έπρεπε να έχει ως ηθικό του κριτήριο την προαίρεση, υπό την έννοια της ελευθερίας. Επίσης ο Kant, συγκρίνει την στωική αρετή με την χριστιανική ηθική ως προς την επιλογή των ηθικών τους κριτηρίων. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί, πως στην καντιανή διάκριση περί προδιάθεσης και ροπής, υπάρχει μια εν δυνάμει συγγένεια με την Στοά, ακόμη κι αν η διάκριση αυτή δεν αναπτύσσεται με τέτοια σαφήνεια και επίγνωση, όπως στον Kant.Το έβδομο κεφάλαιο μελετά την αρετή και την ευδαιμονία στην στωική και καντιανή ηθική διανόηση. Παρουσιάζεται και αναλύεται διεξοδικά η κριτική στην οποία προβαίνει ο Kant, ως προς τις θέσεις των Στωικών για την αρετή, και τονίζεται η αξία του Υπέρτατου Αγαθού, το οποίο έγκειται στην σύζευξη αρετής και ευδαιμονίας, στην ηθική φιλοσοφία του Kant. Ο φιλόσοφος συμφωνεί με τους Στωικούς στην ταύτιση της αρετής με το θάρρος και στην καλλιέργεια της μέσω της άσκησης. Ωστόσο, ασκεί έντονη κριτική στην επίμονη προσπάθεια της Στοάς να εξομοιώσει τις πρακτικές αρχές της αρετής και της ευδαιμονίας, να εντάξει δηλαδή την ευδαιμονία στην αρετή, που αποτελεί το Υπέρτατο Αγαθό.Το όγδοο κεφάλαιο διερευνά το στωικό ιδεώδες του Σοφού εν σχέσει προς την καντιανή ηθική. Ειδικότερα, εξετάζονται και αναλύονται τα πάθη και η απάθεια στους Στωικούς και στον Kant, τα όρια της ηθικής δύναμης του ανθρώπου καθώς και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αν και ο Kant υιοθετεί κάποιες γενικές απόψεις των Στωικών σχετικά με τα πάθη και την σύνδεσή τους με τον Λόγο, δεν συμφωνεί μαζί τους στον ορισμό των παθών και την λειτουργική τους ιδιότητα, καθώς τα θεωρεί άσχημες ψυχικές διαθέσεις. Επίσης, διαφοροποιείται από την Στοά στο θέμα της απάθειας, απορρίπτοντάς την, ενώ προσεγγίζει τον οίκτο και την συμπόνια υπό το ίδιο πρίσμα μελέτης με αυτό των Στωικών, χρησιμοποιώντας και ενισχύοντας δικά τους παραδείγματα. Τα χαρακτηριστικά του στωικού Σοφού και η αναγωγή του σε αυθεντία, δεν είναι απόλυτα αποδεκτές θέσεις από τον Kant, καθώς ο φιλόσοφος κρίνει την τελειότητα ως υλική και την διαχωρίζει από το «Τέλος». Ταυτόχρονα προσδιορίζει την ηθική δύναμη διαφορετικά από τους Στωικούς φιλοσόφους.Ακόμη, είναι προφανές πως ο Kant αντιτίθεται σθεναρά στην στωική αποδοχή της αυτοχειρίας, καθώς υποστηρίζει πως η αυτόβουλη αυτοκτονία δεν δικαιολογείται ποτέ – σε αντίθεση με τους Στωικούς που την δικαιολογούσαν κατά περιπτώσεις – και συνιστά έγκλημα κατά του εαυτού μας, κατά των άλλων ανθρώπων και κατά του Θεού. Μάλιστα επισημαίνει πως η διατήρηση της ζωής υπαγορεύεται από το ίδιο το καθήκον. Ο Kant, απορρίπτοντας ξεκάθαρα τον ευδαιμονισμό των Στωικών, τόνισε πως ο άνθρωπος δεν μπορεί και δεν θα έπρεπε να ξεφύγει από την οδύνη. Ένας δίκαιος άνθρωπος, κατά τον Καινιξβέργιο φιλόσοφο, νιώθει ικανοποιημένος, όταν έχει ανυψώσει και τιμήσει την ανθρωπότητα στο δικό του πρόσωπο, έστω και αν αυτό το πέτυχε, ζώντας τις μεγάλες δυστυχίες της ζωής. Καθήκον και βούληση δεν έχουν ακριβές ισοδύναμο στον Στωικισμό, αποτελούν όμως θεμελιώδεις έννοιες στον Kant.









