Ἡ Θεανθρωπότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ

jesus 13

Δημήτρη Μαυρόπουλου

Ἡ σχέση θεότητας καί ἀνθρωπότητας ὑπῆρχε στή βούληση τοῦ Θεοῦ πρίν ἀπό τή δημιουργία τοῦ κόσμου. Αὐτή ἡ θεία βούληση χαρακτηρίζεται ὡς κεκρυμμένο μυστήριο, τό ὁποῖο τελικά ἀποκα- λύφθηκε μέ τό ἔργο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (ἐνανθρώπηση, διδασκαλία, ἐνέργειες, πάθος, Ἀνάσταση καί Ἀνάληψη), ἤ, ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ἑνός μυστηρίου «προεγνωσμένου μὲν πρὸ κα- ταβολῆς κόσμου, φανερωθέντος δὲ ἐπ’ ἐσχάτων τῶν χρόνων» (Α´Πέτρ. 1,20).

Εἰδικά στό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη προβάλλεται αὐτή ἡ προαιώνια βούληση τοῦ Θεοῦ νά δημιουργήσει τόν ἄνθρωπο μέ προορισμό τή σχέση θεότητας καί ἀνθρωπότητας, πού περιγράφεται ὡς σάρκωση τοῦ προαιώνιου (ἄρα καί πρό τῆς Δημιουργίας) Λόγου (καί Υἱοῦ) τοῦ Θεοῦ: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. Πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν. […] Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰωάν. 1,1-3.14). Στήν ἀρχιερατική του μάλιστα προσευχή, πρό τοῦ πάθους, ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς θά ἐπισημάνει αὐτή τήν προ- αιώνια ἀλήθεια: «Πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσιν τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου» (Ἰωάν. 17,24). Πρόκειται βέβαια γιά τήν ἀγάπη πρός τόν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο τοῦ Θεοῦ, πού ἤδη εἶναι παρών στή θεία βούληση καί πρίν ἀκόμη ἀπό τή δημιουργία τοῦ κόσμου.

Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος νοεῖται ὡς τό «πρότυπο» μέ βάση τό ὁποῖο δημιουργήθηκε ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι σημαντικό νά ἔχουμε πάντοτε ἐνώπιόν μας τήν προοπτική τῆς θέωσης τοῦ ἀνθρώπου, κατάσταση πού θεωρεῖται ὡς ὁ τελικός σκοπός τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, καί πού ἐνεργεῖται μέ τή συνεργασία Θεοῦ καί ἀνθρώπου. Αὐτή τήν προοπτική ἀνέδειξε (καί ἀναδεικνύει) σχεδόν ὡς μονοσήμαντη ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλη- σίας, ὅπως διατυπώνεται ἀπό τόν Μέγα Ἀθανάσιο («αὐτὸς [ὁ Υἱὸς] υἱοποίησεν ἡμᾶς τῷ Πατρί, καὶ ἐθεοποίησε τοὺς ἀνθρώπους γενόμενος αὐτὸς ἄνθρωπος. […] γέγονεν ἄνθρωπος, ἵνα μᾶλλον ἡμᾶς θεοποιήσῃ», Κατὰ Ἀρειανῶν 1, 38 καί 39, PG 26, 92B καί C), καί ὅπως ἐπίσης τονίζουμε στή λατρευτική μας παράδοση («Σωματοῦται ὁ Λόγος ἐν μήτρᾳ σου, καὶ δι᾿ εὐσπλαγχνίαν γνωρίζεται ἄνθρωπος, ἵνα Θεὸν τὸν ἄνθρωπον ἀπεργάσηται, Κόρη 19 στ´ ὠδῆς τῆς 22πανάμωμε», σύμφωνα μὲ τὸ Θεοτοκίο τῆς Νοεμβρίου, ἤ «ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα Θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπερας γάσηται», σύμφωνα μέ τό Δοξαστικό τῶν Αἴνων τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ). ­

Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, ὁ Θεός μᾶς δημιούργησε γιά νά κοινωνή­σουμε μαζί του καί νά γίνουμε μέτοχοι τῆς αἰώνιας ζωῆς του, ὥστε νά γίνουμε ὅμοιοι μέ αὐτόν κατά τή θέωση πού μᾶς χαρίζει, τονίζοντας ὅτι γι᾽ αὐτό τόν λόγο δημιουργήθηκαν τά ὄντα καί ὁ σκοπός τῶν ἐνεργειῶν τους («Εἰς τοῦτο γὰρ ἡμᾶς καὶ πεποίηκεν, ἵνα γενώμεθα θείας κοινωνοὶ φύσεως, καὶ τῆς αὐτοῦ ἀϊδιότη­τος μέτοχοι· καὶ φανῶμεν αὐτῷ ὅμοιοι κατὰ τὴν ἐκ χάριτος θέωσιν· δι᾿ ἣν πᾶσά τε τῶν ὄντων ἡ σύστασίς ἐστι καὶ ἡ δια­μονή, καὶ ἡ τῶν μὴ ὄντων παραγωγὴ καὶ γένεσις», Ἐπιστολὴ δ΄, Πρὸς Κωνστα­ντῖνον σακελλάριον, PG 91, 609C).

Ἡ πραγματοποίηση αὐτῆς τῆς προο­πτικῆς ἀναδεικνύει τό περιεχόμενο τῆς μέριμνας καί τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μέ τήν παρουσία καί τήν ἐνδυνάμωση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μᾶς παιδαγωγεῖ καί μᾶς ὁδηγεῖ στή σχέση μέ τόν Χρι­στό. Καί ναί μέν τό ἔργο τῆς Ἐκκλησί­ας ἐνεργεῖ τή σωτηρία ἑκάστου πιστοῦ, ὑπόκειται ὅμως ἡ καθολική μέριμνά της γιά τή σωτηρία τῆς ὅλης δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά πραγματοποιηθεῖ ἡ ἀπό καταβολῆς κόσμου θεία ἐπαγγελία τῆς ἀποκατάστασης καί τῆς ἐγχρίστω­σης ὅλης τῆς κτίσεως, μιᾶς κατάστασης πού ἐγκαινιάσθηκε μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί πού κατευθύνεται στήν τελική ἐγκαθίδρυση τῆς θείας Βασι­λείας, ὅταν ὁ Θεός θά εἶναι «τὰ πάντα ἐν πᾶσι», κατά τήν εὔστοχη διατύπωση τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «ἵνα ᾖ ὁ Θεὸς τὰ πάντα ἐν πᾶσι» (Α´ Κορ. 15,28).

Στήν αὐγή τῆς ἱστορίας ὁ Θεός ζήτησε ἀπό τόν ἄνθρωπο τή συνεργασία γιά νά ὁλοκληρώσει τή δημιουργία του, δηλα­δή γιά νά ἀνυψώσει τόν ἄνθρωπο στόν τόπο τῆς θεότητας, στή θεία ὁμοίωση. Τότε ὁ ἄνθρωπος δέν ὑπάκουσε στή θεία ὑπόδειξη, προτιμώντας νά ἀντλήσει ζωή ἀπό τόν ἑαυτό του ἀντί νά συνδεθεῖ μέ τήν πηγή τῆς αἰώνιας ζωῆς τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή τό λάθος του, διορθώθηκε μέ τήν ἐμφάνι­ση στήν ὕπαρξη τῆς Παρθένου Μαρίας, ἡ ὁποία ὑπάκουσε στήν κλήση τοῦ Θεοῦ νά συνεργαστεῖ γιά τήν ἀνάδειξη τοῦ ἀν­θρώπου σέ εἰκόνα καί ὁμοίωση Θεοῦ.

Ὁ ἐρχομός στήν ὕπαρξη τῆς Θεοτόκου ἐντάσσεται στό προαιώνιο σχέδιο τῆς θείας βούλησης γιά τή σωτηρία τοῦ ἀν­θρώπου, κατά ὁμόλογο τρόπο μέ τό σχέδιο τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Αὐτή τή συνθήκη κατα­γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Σὲ [τὴν Μαριὰμ] προγνοὺς ὁ τῶν ὅλων Θεὸς ἀξίαν, ἠγάπησε, καὶ ἀγαπήσας προ­ώρισε, καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν χρόνων εἰς τὸ εἶναι παρήγαγε» (Λόγος εἰς τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, PG 96, 672D). Καί συ­μπληρώνει ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας ὅτι ἡ συμπερασματική ἁγιογραφική δια­τύπωση ὅτι ὅσα «ἐποίησε» ὁ Δημιουργός ἦταν «καλὰ λίαν» (βλ. Γέν. 1,31: «Καὶ εἶδεν ὁ Θεός τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν»), ἀναφερόταν στό πρόσωπο τῆς Παναγίας («Ὥστε ἐξεῖναι εἰπεῖν ὡς ἣν ὁ Θεὸς περὶ αὐτῶν ἐξήνε­γκε ψῆφον καλὰ προσειπὼν καὶ καλὰ διαφερόντως εὐφημία τῆς Παρθένου» [Ὥστε μποροῦμε νά ποῦμε πώς ἡ κρίση πού διατύπωσε ὁ Θεός λέγοντας ὅτι τά δημιουργήματά του εἶναι καλά καί καλά λίαν, ἀποτελοῦσε ἐγκώμιο τῆς Παρθένου] (βλ. Νικολάου Καβάσιλα, Ἡ Θεομήτωρ, Γ´, Εἰς τὴν πάνδοξον Κοίμησιν τῆς […] Θεοτόκου, Ἔκδοσις […] Εὐαγγελιστρί­ας Τήνου, Ἀθῆναι 1968, σελ. 168-171). Ἡ συμφωνία τῆς Θεοτόκου νά δεχθεῖ τήν «ἄνευ σπορᾶς» σάρκωση τοῦ Λόγου, καί νά τόν κυοφορήσει, μέ τό «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου», θεωρεῖται «τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον». Ἡ ἴδια μάλιστα ἔχει πλήρη συνείδηση τοῦ κο­ρυφαίου γεγονότος, ὅπως ἐκφράζεται στόν χαιρετισμό της πρός τήν Ἐλισάβετ: «Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί» (Λουκ. 1,48).

Γνωρίζοντας ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἀλη­θής ἄνθρωπος, κατά πάντα ὅμοια μέ κάθε ἄνθρωπο, μποροῦμε νά καταλάβου­με ὅτι δι᾽ αὐτῆς μετέχει ὅλο τό ἀνθρώπι­νο γένος στό γεγονός τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό ἄλλωστε ὑπογραμμί­ζει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος: «Ἀδελφὴ ἡμῶν ἡ Μαρία, ἐπεὶ καὶ πάντες ἐκ τοῦ Ἀδάμ ἐσμεν» (Ἐπιστολὴ πρὸς Ἐπίκτητον Κο­ρίνθου, PG 26, 1061B), καί τό ἴδιο ἐπι­βεβαιώνει ἡ λειτουργική μας παράδοση: α) «Μακαρία σὺ εἶ (εἶσαι) ἄχραντε κόρη, Ἀδὰμ τοῦ γηγενοῦς θυγάτηρ», κατά τό δογματικό Θεοτοκίο τοῦ γ´ ἤχου, ἤ β) «Δεῦτε […] τὴν Παναγίαν Παρθένον καὶ Θεοτόκον ἀνευφημήσωμεν, τῆς ἀνθρω­πίνης οὐσίας τὸ χωνευτήριον», κατά τό ἀνάλογο Θεοτοκίο τοῦ πλ. β´ ἤχου.

Ὀνομάζουμε λοιπόν τόν Χριστό Νέο Ἀδάμ, γιατί ὁ ἴδιος ἐγκαινιάζει μιά νέα ἀνθρωπολογία. Εἶναι ἕνας νέος ἄνθρω­πος, κατά πάντα βέβαια ὅμοιος μέ τόν παλαιό, χοϊκός καί αὐτός ὅπως ὁ πα­λαιός, ἀλλά ἐγχριστωμένος, ἐνθεωμένος λόγῳ τῆς ὑποστατικῆς ἕνωσης θείας καί ἀνθρώπινης φύσης. Καί αὐτός ὁ Νέος Ἀδάμ ἀποκαθιστᾶ τό ἔργο τοῦ Πατέρα. Καί ὀνομάζουμε τήν Παναγία Νέα Εὔα, γιατί προσήγαγε διά τοῦ ἑαυτοῦ της τό ἀνθρώπινο γένος γιά τήν πραγματο­ποίηση τοῦ ἀπ᾽ ἀρχῆς σκοποῦ τῆς θείας δημιουργίας, τή θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι δικαιώνεται ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου στά πρόσωπα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς Παναγίας.

Μένει νά ἀπαντήσουμε στό ὑποθετικό ἐρώτημα, ἄν θά ἐνσαρκωνόταν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ στήν περίπτωση πού ὁ ἄνθρωπος δέν ἀποτύγχανε. Οἱ Πατέρες ἀπαντοῦν, ναί, συμπληρώνοντας ὅτι τότε δέν θά μιλούσαμε γιά ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου ἀλλά γιά ἐνθέωση τοῦ ἀνθρώπου. Καί στίς δυό περιπτώσεις θά εἴχαμε ἕνωση τοῦ κτιστοῦ μέ τό ἄκτιστο στό πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ. Ἡ ἐνανθρώπηση λοιπόν δέν γί­νεται ἐπειδή ἀπέτυχε ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος δέν προσκόμισε τήν κτίση καί τόν ἑαυτό του ἐνθεωμένα στόν Υἱό τοῦ Πατρός. Δέν εἶναι αἰτία τῆς ἐναν­θρωπήσεως ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου – ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ (ἤ ἡ ἐνθέωση τοῦ ἀνθρώπου) θά γινόταν οὕτως ἢ ἄλλως. Αὐτό πού διαφέρει εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἐνανθρωπήσεως. Ὑπῆρξε αὐτός ὁ τρόπος, ἐπειδή ὑπῆρξε ἡ ἀποτυχία.

 

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ Ἰανουάριος - Φεβρουάριος 2021

 


Εκτύπωση   Email