
Πρωτ. Ν. Ι. Λουδοβίκου Καθηγ. Ἀνωτάτης Ἐκκλ. Ἀκαδημίας Θεσσαλονίκης
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι θά μπορούσαμε πολλά ἀκόμη νά συζητήσουμε γιά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, ἰδιαιτέρως στήν ἐποχή μας, πού τά ἀνθρωπολογικά ἐρωτήματα πληθύνονται καταιγιστικά.
Ὡστόσο, εἶναι καιρός νά ἀσχοληθοῦμε καί μέ ἄλλους συγγραφεῖς, μέ πρῶτο τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο. Δέν θά πραγματευθοῦμε τή θεολογία του γενικῶς, ἀλλά τή συγκεκριμένη σύλληψή του σχετικά μέ τό σῶμα. Εἶμαι σίγουρος ὅτι ὅταν διαβάσουμε κι ὅταν συζητήσουμε τά κείμενά του, θά δοκιμάσουμε πραγματική ἔκπληξη.
Ὁ λόγος εἶναι ὅτι οἱ περισσότεροι ἔχουν στόν νοῦ τους τόν ἅγιο Συμεών ὡς κάποιον πυρφόρο ἀναχωρητή ἀπό τά ἀνθρώπινα καί ἀπό τά γήινα, οὕτως ὥστε ἡ πνευματικότητα καί ἐδῶ νά συμβαίνει ὡς ἔκσταση, νά ἔρχεται δηλαδή ὡς μιά ἀναίρεση τοῦ φυσικοῦ καί τοῦ σωματικοῦ, τοῦ φυσικοῦ καί τοῦ ἀνθρώπινου. Ἀλλά, ὅπως ἔχουμε πεῖ, ὑπό τήν ἔννοια αὐτή γεννιέται αὐθόρμητα τό ὑπόρρητο ἐρώτημα «τί χρειάζεται ἡ ἐνσάρκωση;». Ἰσχύει, ὅμως, τό ἀντίθετο ἀκριβῶς. Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος ἀντιλαμβάνεται μ’ ἕναν τρόπο συγκλονιστικά ἀντιμεταφυσικό, θά λέγαμε, ἐμπειρικό δηλαδή, τή σχέση μετοχῆς τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο.
Ἄς δοῦμε ἕνα σχετικό ἀπόσπασμα: «Ἐμβαλὼν γὰρ ἐν τῷ θανατηφόρῳ ἰῷ καὶ τῷ δηλητηρίῳ τῆς ἁμαρτίας τὴν ἄρρητον τῆς θεότητος αὐτοῦ καὶ τῆς σαρκὸς ζωοποιὸν ἐνέργειαν, ὅλον τὸ γένος ἡμῶν ἐλυτρώσατο, διὰ δὲ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καὶ τῆς κοινωνίας τῶν ἀχράντων αὐτοῦ μυστηρίων, τοῦ σώματος καὶ αἵματος αὐτοῦ τοῦ τιμίου, ἀποκαθαίρων ἡμᾶς καὶ ζωοποιῶν, ἁγίους καὶ ἀναμαρτήτους ἀποκαθίστησιν ἀλλὰ καὶ αὖθις τῷ αὐτεξουσίῳ τιμᾶσθαι ἀφίησιν, ἵνα μὴ βίᾳ ἀλλὰ προαιρέσει φανῶμεν τῷ δεσπότῃ δουλεύοντες» (Κατήχηση 5).
Τί λέγει ἐδῶ ὁ ἅγιος Συμεών; Ἔχουμε τόν θανατηφόρο ἰό καί φάρμακο τῆς ἁμαρτίας, ὁ ἑαυτός μας περιέχει αὐτό τό δηλητήριο, καί ἐδῶ εἰσάγει τή θεότητα καί τή σάρκα ὁ Χριστός, οὕτως ὥστε νά τό μετασχηματίσει. Αὐτό γίνεται μέ τά μυστήρια, μέ τό βάπτισμα καί τή θεία εὐχαριστία.
Μέχρι τό σημεῖο αὐτό, θά λέγαμε ὅτι ἡ προσέγγιση τοῦ ἁγίου Συμεών εἶναι ἀναμενόμενη, εἶναι κάτι πού περιμένουμε νά ἀκούσουμε ἀπό ἕναν θεολόγο, ἀπό ἕναν ἀσκητή. Στή συνέχεια, ὅμως, τά πράγματα γίνονται πιό τολμηρά. Λέγει ὁ ἅγιος Συμεών: «Εἰ γὰρ ἀόρατος αὐτοῖς ὑπάρχεις τῇ οὐσίᾳ, τῇ φύσει τε ἀπρόσιτος, ἐμοὶ δὲ καθοράσαι, πάντως καὶ τῇ τῆς φύσεώς σου μίγνυσαί μοι οὐσίᾳ … τῆς οὖν σαρκὸς μετασχὼν τῆς φύσεως μετέχω καί τῆς οὐσίας ἀληθῶς, τῆς οὐσίας μεταλαμβάνω, μεταλαμβάνων συγκοινωνὸς θεότητος ἀλλὰ καὶ κληρονόμος γινόμενος ἐν σώματι, μείζων τῶν ἀσωμάτων ὑπολαμβάνω γίνομαι υἱὸς Θεοῦ ὡς εἴπας» (Τῶν θείων ὕμνων οἱ ἔρωτες, Ζ´).
Ἐδῶ βρισκόμαστε μπροστά σέ νέα στοιχεῖα, πού φαίνονται ξένα ἤ παράδοξα γιά τή συνήθη μας μονοφυσιτίζουσα ἤ πλατωνίζουσα νοοτροπία. Ἔχουμε, λοιπόν, ἕναν ἀόρατο τῇ οὐσίᾳ, πού ὅμως ξαφνικά γίνεται πραγματικά ὁρατός σέ μένα καί μίγνυται μέ τήν οὐσία μου.
Πρόκειται, πράγματι, γιά μετοχή τῆς σάρκας: μετέχοντας στή σάρκα, μετέχω καί στή φύση καί γίνομαι συγκοινωνός θεότητος ἀλλά καί κληρονόμος της ἐν σώματι. Ἑπομένως, κάθε μεθεκτική κοινωνία μετά τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μιά ἰδεαλιστική ἀφαίρεση ἀλλά εἶναι, θά λέγαμε, μιά “ὑλική” μετοχή. «Καί γίνομαι μείζων τῶν ἀσωμάτων καί υἱός Θεοῦ».
Παρακάτω στούς Ὕμνους, συνεχίζεται αὐτή ἡ ἔκπληξη, μέ πολύ πιό τολμηρό καί ποιητικό τρόπο. «Μέλη Χριστοῦ γινόμεθα, μέλη Χριστὸς ἡμῶν δέ, καὶ χεὶρ Χριστὸς καὶ ποῦς Χριστὸς ἐμοῦ τοῦ παναθλίου, καὶ χεὶρ Χριστοῦ καὶ ποῦς Χριστοῦ ὁ ἄθλιος ἐγὼ δέ. Κινῶ τὴν χεῖρα, καὶ Χριστὸς ἡ χεὶρ μου ἔστιν. Ἀμέριστον γὰρ νόει μοι θεότητα τὴν θείαν! Κινῶ τὸν πόδα καί, ἰδού, ἀστράπτει ὡς ἐκεῖνος· μή εἴπῃς, ὅτι βλασφημῶ, ἀλλ᾿ ἀπόδεξαι ταῦτα καὶ τῷ Χριστῷ προσκύνησον τοιοῦτόν σε ποιοῦντι!». Αὐτό τό κείμενο ἀποδομεῖ πλήρως ὁλόκληρη τή φιλοσοφική μεταφυσική του ὑποκειμένου. «Μέλη Χριστοῦ γινόμεθα»: αὐτό θά μποροῦσε νά ἰσχύει ὡς μιά συνήθης, θά λέγαμε, δήλωση. «Μέλη Χριστὸς ἡμῶν δέ»: καί ὁ Χριστός γίνεται μέλος δικό μας. «Καὶ χεὶρ Χριστὸς καὶ ποῦς Χριστὸς ἐμοῦ τοῦ παναθλίου, καὶ χεὶρ Χριστοῦ καὶ ποῦς Χριστοῦ ὁ ἄθλιος ἐγὼ δέ»: καί τό χέρι μου γίνεται Χριστός καί τό πόδι μου γίνεται Χριστός, παρ᾽ ὅλο πού ἐγώ εἶμαι πανάθλιος. Κινῶ χέρι μου καί ὁ Χριστός εἶναι αὐτό τό χέρι. Κινῶ τόν πόδα καί νά πού αὐτός ἀστράφτει σάν Ἐκεῖνον. Μήν πεῖς λοιπόν, λέγει ὁ ἅγιος Συμεών, ὅτι βλασφημῶ ἀλλά προσκύνησε Αὐτόν πού σέ καθιστᾶ καί σένα τέτοιον.
Πρόκειται πραγματικά γιά μιά τόλμη πού ξεπερνᾶ ὁποιαδήποτε αἵρεση, γιατί ἡ ἀλήθεια εἶναι πάντα πιό τολμηρή ἀπό τήν αἵρεση. Ἔχουμε νά κάνουμε μέ μιά πραγματική μεταβολή, ἀλλά τόσο ὑλική, πού θά λέγαμε ὅτι καί γιά τήν ἐποχή της ἀκόμα θά φαινόταν, καί πράγματι φάνηκε σέ μερικούς, ὑπερβολική ἤ βλάσφημη. Ἡ ἐνσωμάτωση στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δέν εἶναι μιά νοητική, ἤ ἠθική, ἤ “πνευματική” μοῖρα, ἀλλά κάτι ἀπολύτως πραγματικό καί ὑπαρξιακά ἄμεσο καί ἀπολύτως ὑλικό. Καί ὡς πρός τοῦτο, ὁ ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος εἶναι πράγματι καταπληκτικός.
ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ: Τεῦχος 1ον 'Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2023









