ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

metamorfsis22 768x864

Μπερκουτάκης Μιχαήλ

θεολόγος, εκπαιδευτικός,

Πύργος Ηλείας, 05/08/2022.

  

«…Μεταμορφοῦται τοίνυν Χριστὸς οχ  οκ ν προσλαβόμενος, οδὲ ες περ οκ ν

μεταβαλλόμενος, λλ᾽ περ ν τος οκείοις μαθητας κφαινόμενος· διανοίγων

τούτων τά ὄμματα, καὶ ἐκ τυφλῶν ἐργαζόμενος βλέποντας…» (άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός)

  1. Με α­φορ­μή τη ση­με­ρι­νή μεγάλη δε­σπο­τι­κή ε­ορ­τή θα προ­σπα­θή­σου­με, το κα­τά δύ­να­μιν, αδελφοί μου, να προ­σεγ­γί­σου­με θε­ο­λο­γι­κά το βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα του θαύματος της Με­τα­μορ­φώ­σε­ως του Κυ­ρί­ου, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας συ­νο­πτι­κά όλα τα σχε­τι­κά με αυ­τό γε­γο­νό­τα, ό­πως α­να­γρά­φον­ται στις δι­η­γή­σεις των ι­ε­ρών Ευ­αγ­γε­λί­ων και όπως α­να­πτύσ­σον­ται στη δι­δα­σκα­λί­α των με­γά­λων Πα­τέ­ρων και στην υμνολογία της Εκ­κλη­σί­ας. Ο με­τα­μορ­φω­θείς Κύ­ριος εί­θε να κα­τευ­θύ­νει τα δι­α­βή­μα­τά μας στο δύ­σκο­λο αυ­τό έρ­γο και να φω­τί­σει τους α­να­γνώ­στες μας προς κα­τα­νό­η­ση και α­πο­δο­χή των αιώνιων και σωτήριων αληθειών της χρι­στι­α­νι­κής δι­δα­σκα­λί­ας.
  1. Ας ξε­κι­νή­σου­με λοιπόν α­πό την α­γι­ο­γρα­φι­κή δι­ή­γη­ση, πα­ρα­θέ­τον­τας με α­πό­λυ­τη χρο­νο­λο­γι­κή σει­ρά όσα συνέβησαν. Λί­γο πριν α­πό το πά­θος Του ο Χρι­στός έ­κλει­σε μί­α α­πό τις δη­μό­σι­ες ο­μι­λί­ες Του με μί­α αι­νιγ­μα­τι­κή φρά­ση: «… Ἀ­μὴν λέ­γω ὑ­μῖν, ὅ­τι εἰ­σί τι­νες τῶν ὧ­δε ἑ­στη­κό­των, οἵ­τι­νες οὐ μὴ γεύ­σων­ται θα­νά­του ἕ­ως ἂν ἴ­δω­σι τὴν Βα­σι­λεί­αν τοῦ Θε­οῦ ἐ­λη­λυ­θυῖ­αν ἐν δυ­νά­μει …» (Μκ. 9,1). Η αι­νιγ­μα­τι­κή αυ­τή φρά­ση του Κυ­ρί­ου α­να­φε­ρό­ταν στους τρεις μα­θη­τές Του (Πέ­τρο, Ι­ά­κω­βο και Ι­ω­άν­νη), που θα ή­ταν πα­ρόν­τες λίγες ημέρες αργότερα κα­τά τη Με­τα­μόρ­φω­σή Του. Εί­πε ο Κύ­ριος την αι­νιγ­μα­τι­κή αυ­τή φρά­ση και με­τά α­πό έ­ξι η­μέ­ρες ξε­χώ­ρι­σε τους τρεις μα­θη­τές Του α­πό τον ευ­ρύ­τε­ρο κύ­κλο των δώ­δε­κα και πή­γε μα­ζί τους στην κο­ρυ­φή ε­νός βου­νού, που δεν κα­το­νο­μά­ζε­ται στη δι­ή­γη­ση των Ευ­αγ­γε­λί­ων, αλ­λά κα­τά την Πα­ρά­δο­ση ή­ταν το ό­ρος Θα­βώρ. Ό­ταν έ­φτα­σαν στην κο­ρυ­φή του βου­νού, ο Χρι­στός ζή­τη­σε α­πό τους μα­θη­τές Του να προ­σευ­χη­θούν μα­ζί Του. Ε­νώ προ­σεύ­χον­ταν, ξαφ­νι­κά ο Χρι­στός με­τα­μορ­φώ­θη­κε μπρο­στά στα έκ­πλη­κτα μά­τια των μα­θη­τών Του. Το σώ­μα Του άρ­χι­σε να α­κτι­νο­βο­λεί έ­να υ­πέρ­λαμ­προ Φως. Το Φως αυ­τό ή­ταν αρ­χι­κά α­μυ­δρό, αλ­λά στα­δια­κά δυ­νά­μω­νε συ­νε­χώς, μέ­χρι που στο τέ­λος έ­γι­νε λαμ­πρό­τε­ρο α­πό το φως του ή­λιου, ε­νώ α­κό­μη και τα ρού­χα που φο­ρού­σε ο Κύ­ριος έ­γι­ναν πιο α­στρα­φτε­ρά α­πό το η­λια­κό φως. Τό­τε εμ­φα­νί­στη­καν δί­πλα στο Χρι­στό μέ­σα σε αυ­τό το υ­πέρ­λαμ­προ Φως δύ­ο ι­ε­ροί άν­δρες της Πα­λαι­άς Δι­α­θή­κης, οι προ­φή­τες Μω­υ­σής και Η­λί­ας, και συ­ζη­τού­σαν μα­ζί Του. Οι μα­θη­τές, ό­ταν εί­δαν το υ­πέρ­λαμ­προ Φως του Χρι­στού, σά­στι­σαν και έ­νι­ω­σαν μια α­νέκ­φρα­στη χα­ρά και ευ­τυ­χί­α α­σύγ­κρι­τα α­νώ­τε­ρη α­πό κά­θε χα­ρά και ευ­τυ­χί­α, που εί­χαν γνω­ρί­σει μέ­χρι τό­τε. Ο Πέ­τρος εί­πε: «… Κύ­ρι­ε, κα­λόν ἐ­στιν ἡ­μᾶς ὧ­δε εἶ­ναι· εἰ θέ­λεις, ποι­ή­σω­μεν ὧ­δε τρεῖς σκη­νάς, Σοὶ μί­αν καὶ Μω­σεῖ μί­αν καὶ μί­αν Ἠ­λί­ᾳ …» (Μτθ. 17,4). Η φρά­ση αυ­τή ση­μαί­νει: «… Κύ­ρι­ε, εί­ναι τό­σο ό­μορ­φο αυ­τό που ζού­με αυ­τή τη στιγ­μή, που θα θέ­λα­με να μην τε­λει­ώ­σει πο­τέ. Μα­κά­ρι να μεί­νου­με για πάν­τα σε αυ­τή την κα­τά­στα­ση, μα­κά­ρι να μη γυ­ρί­σου­με πο­τέ στη συ­νη­θι­σμέ­νη αν­τί­λη­ψη του φυ­σι­κού κό­σμου. Αν μά­λι­στα θέ­λεις, μπο­ρού­με να φτι­ά­ξου­με ε­δώ τρεις σκη­νές, μί­α για Σέ­να, μί­α για το Μω­υ­σή και μί­α για τον Η­λί­α, ώ­στε να κα­τοι­κή­σε­τε μό­νι­μα σε αυ­τές …». Ο Πέ­τρος, ση­μει­ώ­νει η δι­ή­γη­ση των Ευ­αγ­γε­λί­ων, εί­πε αυ­τή τη φρά­ση: «… μὴ εἰ­δὼς ὃ λέ­γει .. (Λκ. 9,33), για­τί ε­κεί­νη τη στιγ­μή ο νους και η καρ­διά του εί­χαν αλ­λοι­ω­θεί α­πό την ε­νέρ­γεια της θεί­ας χά­ρι­τος, σε βαθ­μό που κα­θι­στού­σε α­δύ­να­τη τη φυ­σι­ο­λο­γι­κή λει­τουρ­γί­α της σκέ­ψης και του λό­γου. Αμέσως μετά «… ἰ­δοὺ νε­φέ­λη φω­τει­νὴ ἐ­πε­σκί­α­σεν αὐ­τούς …» (Μτθ. 17,5). Η παρουσία της «φω­τει­νής νε­φέ­λης» δη­λώ­νει παραστατικά την ο­ρι­στι­κή ε­πι­κρά­τη­ση του υ­περ­φυ­σι­κού Φω­τός. Ε­νώ δη­λα­δή στην αρ­χή της «…θεωρίας…» οι μα­θη­τές δι­α­τηρούσαν την αί­σθη­ση του χώ­ρου, του χρό­νου και του υ­λι­κού τους σώ­μα­τος, στο τέ­λος της το υπέρλαμπρο Φως του Χριστού έ­γι­νε τό­σο δυνατό, που ε­ξα­φά­νι­σε με τη λαμ­πρό­τη­τά του τα πάν­τα, οι δε μα­θη­τές έ­χα­σαν όχι μόνο την αί­σθη­ση του χώ­ρου και του χρό­νου, αλλά α­κό­μη και την αί­σθη­ση του υ­λι­κού τους σώ­μα­τος και έ­βλε­παν μό­νον αυ­τό το Φως και τί­πο­τα άλ­λο. Τό­τε οι μα­θη­τές άκουσαν τη φω­νή του Θε­ού – Πα­τέ­ρα: «… Οὗ­τός ἐ­στιν ὁ Υἱ­ός μου ὁ ἀ­γα­πη­τός, ἐν ᾧ εὐ­δό­κη­σα· Αὐ­τοῦ ἀ­κού­ε­τε …» (Μτθ. 17,5). Α­κού­γον­τας αυ­τά τα λό­για, έ­πε­σαν στη γη και λι­πο­θύ­μη­σαν. Ε­άν η θε­ω­ρί­α του Φω­τός κρα­τού­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο, θα εί­χαν πε­θά­νει. Αρ­γό­τε­ρα ο Χρι­στός τους άγ­γι­ξε με το χέ­ρι Του και οι μα­θη­τές, ανοίγοντας τα μά­τια τους, Τον εί­δαν με τη συ­νη­θι­σμέ­νη μορ­φή Του. Ενώ κα­τέ­βαι­ναν α­πό το βου­νό ο Κύριος τους έ­δω­σε εν­το­λή: «… μη­δε­νὶ εἴ­πη­τε τὸ ὅ­ρα­μα ἕ­ως οὗ ὁ Υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που ἐκ νε­κρῶν ἀ­να­στῇ …» (Μτθ. 17,9).
  1. Το θαύμα της Μεταμορφώσεως είναι αναμφισβήτητα το σημαντικότερο από τα υπερφυσικά σημεία του Κυρίου. Η σπουδαιότητά του φαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τον εορτασμό του η λατρεία της Εκκλησίας, αφού, όχι τυχαία, τον κατατάσσει στις πολύ μεγάλες δεσποτικές εορτές, τοποθετώντας τον στο επίπεδο του εορτασμού των Χριστουγέννων και των Θεοφανίων. Ας μας επιτραπεί μάλιστα να προσθέσουμε πως και η ακολουθία της εορτής της Μεταμορφώσεως διακρίνεται για το θεολογικό της βάθος, αποτελεί δε, κατά την ταπεινή μας εκτίμηση, την ομορφότερη και υμνογραφικά τελειότερη ακολουθία του ετήσιου λειτουργικού κύκλου. Διαβάζοντας προσεκτικά την ακολουθία της Μεταμορφώσεως παρατηρούμε, ότι περιστρέφεται γύρω από δύο βασικούς άξονες. Με τη Μεταμόρφωσή του ο Χριστός έδειξε στους τρεις μαθητές: α) τη Θεότητά Του και β) πώς θα γίνουν οι δίκαιοι άνθρωποι στη Βασιλεία του Θεού. Σε αυτούς τους δύο άξονες θα στρέψουμε στη συνέχεια του λόγου το ενδιαφέρον μας και αυτούς θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε ερμηνευτικά.
  1. Στην Α­γί­α Γρα­φή (Γεν. 2,7) πε­ρι­γρά­φε­ται με αν­θρω­πο­μορ­φι­κές ει­κό­νες η δη­μι­ουρ­γί­α του αν­θρώ­που: «… καί ἔπλα­σεν ὁ Θε­ός τόν ἄν­θρω­πον χοῦν ἀ­πό τῆς γῆς, καί ἐ­νε­φύ­ση­σεν εἰς τό πρό­σω­πον αὐ­τοῦ πνο­ήν ζω­ῆς, καί ἐ­γέ­νε­το ὁ ἄν­θρω­πος εἰς ψυ­χήν ζῶ­σαν …». Θα α­πο­δί­δα­με πα­ρα­φρα­στι­κά το νό­η­μα του χω­ρί­ου ως ε­ξής: «… και δη­μι­ούρ­γη­σε πρώ­τα ο Θε­ός το υ­λι­κό σώ­μα του αν­θρώ­που, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ως βα­σι­κή ύ­λη το χώ­μα της γης, με­τά φύ­ση­ξε πά­νω στο πρό­σω­πό του την πνο­ή της ζω­ής και τό­τε ο άν­θρω­πος πή­ρε ζω­ή και άρ­χι­σε να υ­πάρ­χει …­»­. Η θε­ό­πνευ­στη αυ­τή α­λή­θεια μας δι­δά­σκει ό­τι ο άν­θρω­πος δη­μι­ουρ­γή­θη­κε α­πό το Θε­ό «… δι­φυ­ής …». Συν­δυά­ζει δη­λα­δή στην ύ­παρ­ξή του δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κές «… φύ­σεις …». Ο άν­θρω­πος εἶ­ναι α­πό ­τη μί­α με­ριά υ­λι­κός, για­τί έ­χει υ­λι­κό σώ­μα, ε­ξ ου και το ό­νο­μα «… Ἀ­δάμ …», πού ση­μαί­νει «… χο­ϊ­κός …», φτι­αγ­μέ­νος α­πό χώ­μα, χω­μα­τέ­νιος. Ταυ­τό­χρο­να ό­μως ο άν­θρω­πος εί­ναι και πνευ­μα­τι­κός, για­τί έ­χει «νο­ε­ρά φύ­ση» ἤ «ψυ­χή», κα­τά την αν­τί­στοι­χη ο­ρο­λο­γί­α της αρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κής φι­λο­σο­φί­ας. Με το υ­λι­κό του σώ­μα ο άν­θρω­πος συγ­γε­νεύ­ει με τα ζώ­α, ε­νώ με την «νο­ε­ρά φύ­ση» του συγ­γε­νεύ­ει με τους αγ­γέ­λους και με τον Θε­ό. Θα μπο­ρού­σα­με να πού­με πως οι άγ­γε­λοι εί­ναι άν­θρω­ποι χω­ρίς υ­λι­κό σώ­μα, ε­νώ κα­τά την αν­τί­στρο­φη έν­νοι­α θα μπο­ρού­σα­με να πού­με πως οι άν­θρω­ποι εί­ναι άγ­γε­λοι που ε­νώ­θη­καν με υ­λι­κό σώ­μα. Κα­τά την αν­θρω­πο­λο­γί­α μά­λι­στα της Εκ­κλη­σί­ας, οι δύ­ο «… φύ­σεις …» του αν­θρώ­που α­πο­τε­λούν ε­νια­ίο και α­δι­αί­ρε­το υ­παρ­κτι­κό ό­λον (ο άν­θρω­πος δη­λα­δή δεν εί­ναι μό­νο το σώ­μα ή μό­νον η ψυ­χή, αλ­λά η ψυ­χή και το σώ­μα ε­νω­μέ­να α­δι­αί­ρε­τα με­τα­ξύ τους) και δεν υπόκεινται σε κα­μί­α ι­ε­ράρ­χη­ση ή αν­τί­θε­ση (δεν μπο­ρού­με δη­λα­δή να πού­με ό­τι ἡ ψυ­χή εἶ­ναι α­νώ­τε­ρη α­πό το σώ­μα ἤ ό­τι το σώ­μα εἶ­ναι ανώτερο α­πό την ψυ­χή, ού­τε πά­λι ό­τι το σώ­μα και η ψυ­χή του αν­θρώ­που εἶ­ναι αντίθετα και αν­τι­μα­χό­με­να στοι­χεί­α, ό­πως υ­πο­στή­ρι­ζε η ­αρχαιοελ­λη­νι­κή φι­λο­σο­φί­α, α­πο­δε­χό­με­νη την αρ­χή του φι­λο­σο­φι­κού δυ­α­λι­σμού).
  1. Ως «διφυές» λογικό κτίσμα ο άνθρωπος έχει δύο ειδών μάτια. Έχει «… φυσικούς οφθαλμούς …», δηλαδή τα γνωστά σε όλους μας μάτια του σώματος, με τα οποία βλέπει το φως του ήλιου και το φυσικό κόσμο, αλλά παράλληλα έχει και «… νοερούς οφθαλμούς …», πνευματικά δηλαδή μάτια, με τα οποία «… θεωρεί …» τον Θεό και γενικότερα τον πνευματικό κόσμο. Πριν από το προπατορικό αμάρτημα ό άνθρωπος έβλεπε ταυτόχρονα και με τα δύο είδη των οφθαλμών του. Έβλεπε με τα μάτια του σώματος τον φυσικό κόσμο, ενώ με τα μάτια της ψυχής έβλεπε τον Θεό. Δυνάμει δε της πνευματικής «… θεωρίας …» του Θεού ο άνθρωπος επιτύγχανε την ένωσή του με Αυτόν, την «θέωση», καθιστάμενος αθάνατος και ευτυχισμένος. Μετά το προπατορικό αμάρτημα όμως οι «… νοεροί οφθαλμοί …» του ανθρώπου τυφλώθηκαν. Έτσι μετά την πτώση του ο άνθρωπος βλέπει τον κόσμο μόνο με τα φυσικά μάτια του σώματος. Η τύφλωση των «… νοερών οφθαλμών …» του ανθρώπου ονομάζεται στην Αγία Γραφή και στην ευρύτερη χριστιανική διδασκαλία «… θάνατος …» ή συχνότερα «… πνευματικός θάνατος …» (προς διάκριση από το σωματικό θάνατο).
  1. Ε­πει­δή οι άν­θρω­ποι έ­βλε­παν το Χρι­στό μό­νο με τα μά­τια του σώ­μα­τος, ο Κύ­ριος πα­ρου­σι­α­ζό­ταν μπρο­στά τους ως έ­νας α­πλός άν­θρω­πος. Τη στιγ­μή ό­μως της Μεταμορφώσεώς Του ο Χρι­στός «… θε­ρά­πευ­σε …» για μί­α στιγ­μή τους «… νο­ε­ρούς ο­φθαλ­μούς …» των μα­θη­τών Του και τους ε­πέ­τρε­ψε να Τον αν­τι­κρί­σουν ό­χι μό­νο με τα μά­τια του σώ­μα­τος, αλ­λά και με τα μά­τια της ψυ­χής. Έ­τσι οι μα­θη­τές εί­δαν για λί­γο το Χρι­στό ό­χι ως άν­θρω­πο, ό­πως τον έ­βλε­παν στην κα­θη­με­ρι­νή τους ζω­ή, αλ­λά ό­πως ή­ταν στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δη­λα­δή ως Θε­άν­θρω­πο. Το Ά­κτι­στο Φως που εί­δαν οι μα­θη­τές κα­τά τη Με­τα­μόρ­φω­ση ή­ταν η Θε­ό­τη­τα του Χρι­στού. Το Φως αυ­τό δεν εμ­φα­νί­στη­κε για λί­γο και με­τά ε­ξα­φα­νί­στη­κε, ό­πως συνάγεται αρ­χι­κά α­πό την ευ­αγ­γε­λι­κή δι­ή­γη­ση. Το Φως αυ­τό ο Χρι­στός το εί­χε πάν­τα μα­ζί Του, αλ­λά οι άν­θρω­ποι δεν μπο­ρού­σαν να το δουν. Ο ά­γιος Ι­ω­άν­νης ο Δα­μα­σκη­νός, α­πο­δί­δον­τας με α­πό­λυ­τη ε­πι­τυ­χί­α τη χρι­στι­α­νι­κή δι­δα­σκα­λί­α, γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «… Με­τα­μορ­φοῦ­ται τοί­νυ­ν Χρι­στὸς, οὐ­χ  οκ ν προσ­λα­βό­με­νος, οὐ­δέ ες ὅ­περ οκ ν με­τα­βα­λλό­με­νος, λλ᾽ ὅ­περ ἦν τος οἰ­κεί­οις μα­θη­ταῖς ἐκ­φαι­νό­με­νος· δι­α­νοί­γων τού­των τά ὄμ­μα­τα, καί ἐκ τυ­φλῶν ἐρ­γα­ζό­με­νος βλέ­πον­τας …», δη­λα­δή: «… Με­τα­μορ­φώ­νε­ται λοι­πόν ο Χρι­στός μπρο­στά στους τρεις μα­θη­τές Του, ό­χι παίρ­νον­τας έ­να Φως, που δεν το εί­χε πάν­τα μα­ζί Του, ού­τε αλ­λά­ζον­τας την μορ­φή Του σε κά­τι που δεν ή­ταν μό­νι­μα δι­κό Του, αλ­λά α­πο­κα­λύ­πτον­τας στους μα­θη­τές Του το Φως που εί­χε πάν­τα μα­ζί Του και οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να το δουν, σαν να ή­ταν τυ­φλοί, που θε­ρά­πευ­σε για λί­γο τα μά­τια τους, ώ­στε να κα­τα­στούν ι­κα­νά, να θε­ω­ρή­σουν τη Θε­ό­τη­τά Του …». Με την α­πο­κά­λυ­ψη της Θε­ό­τη­τάς Του, ό­πως ρητά α­να­φέ­ρει το Κον­τά­κιο της ε­ορ­τής, ο Κύ­ριος θέ­λη­σε να στη­ρί­ξει την πί­στη των τριών μα­θη­τών προς το Θεανθρώπινο Πρό­σω­πό Του, για­τί γνώ­ρι­ζε πως πολύ σύν­το­μα κα­τά την ώ­ρα των κοσμοσωτήριων παθών Του η πί­στη αυ­τή θα δο­κι­μα­στεί: «… Ἐ­πὶ τοῦ ὄ­ρους με­τε­μορ­φώ­θηςκα ὡς ἐ­χώ­ρουν οἱ μα­θη­ταί σου τὴν δό­ξαν Σου, Χρι­στὲ  Θε­ὸς ἐ­θε­ά­σαν­τοἵ­να ὅ­ταν Σὲ ἴ­δω­σι σταυ­ρο­ύ­με­νοντὸ μὲν πά­θος νο­ή­σω­σιν ἑ­κο­ύ­σιοντῷ δὲ κό­σμῳ κη­ρύ­ξω­σινὅ­τι Σὺ ὑ­πάρ­χεις ἀ­λη­θῶςτοῦ Πα­τρὸς τὸ ἀ­πα­ύ­γα­σμα …».
  1. Ο μέ­γας Α­θα­νά­σιος στα έρ­γα του «Κα­τά εἰ­δώ­λων» και «Πε­ρί τῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Λό­γου», για να πε­ρι­γρά­ψει με πα­ρα­στα­τι­κό τρό­πο μια ση­μαν­τι­κή πτυ­χή της χρι­στι­α­νι­κής αν­θρω­πο­λο­γί­ας, χρη­σι­μο­ποι­εί το πα­ρά­δειγ­μα του «…ἐ­σό­πτρου…» (κα­θρέ­πτης). Ό­πως δη­λα­δή ὁ κα­θρέ­πτης έ­χει την ι­κα­νό­τη­τα να με­τέ­χει στο η­λια­κό φως και να το αν­τα­να­κλά, έ­τσι και ο άν­θρω­πος πριν α­πό το προ­πα­το­ρι­κό α­μάρ­τη­μα εί­χε τη δυ­να­τό­τη­τα να με­τέ­χει στο Ά­κτι­στο Φως της Θε­ό­τη­τας και να το αν­τα­να­κλά. Και ό­πως ὁ κα­θρέ­πτης τη στιγ­μή που αν­τα­να­κλά το η­λια­κό φως, γί­νε­ται «…ό­μοι­ος…» με τον ή­λιο, έ­τσι και ο άν­θρω­πος, αν­τα­να­κλών­τας πριν α­πό το προ­πα­το­ρι­κό α­μάρ­τη­μα το Ά­κτι­στο Φως της Θε­ό­τη­τας, γι­νό­ταν «… ό­μοι­ος …» με το Θε­ό, γι­νό­ταν έ­νας μι­κρός «… θε­ός κα­τά χά­ριν …» ἤ «… θε­ός κα­τά μέ­θε­ξιν …». Ο κα­θρέ­πτης μά­λι­στα που αν­τα­να­κλά το η­λια­κό φως δεν γί­νε­ται στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ή­λιος, δεν έ­χου­με δη­λα­δή «…τρο­πή…» του κα­θρέ­πτη σε ή­λιο, αλ­λά α­πλώς «… ο­μοιά­ζει …» με τον ή­λιο, ε­πει­δή α­πο­κτά δευ­τε­ρο­γε­νώς δια της με­το­χής την φυ­σι­κή ι­δι­ό­τη­τα του φω­τός. Κα­τά πα­ρό­μοι­ο τρό­πο ό άν­θρω­πος, με­τέ­χον­τας πριν α­πό το προ­πα­το­ρι­κό α­μάρ­τη­μα στο Ά­κτι­στο Φως της Θε­ό­τη­τας και αν­τα­να­κλών­τας το ως κα­θρέ­πτης, δεν «τρε­πό­ταν» σε Θε­ό, αλ­λά πα­ρέ­με­νε στα ό­ρια της κτι­στής του υ­πάρ­ξε­ως.
  1. Ε­νώ ό­μως πριν από το προ­πα­το­ρι­κό α­μάρ­τη­μα ο άν­θρω­πος έ­βλε­πε με τους «… νο­ε­ρούς ο­φθαλ­μούς …» του το Ά­κτι­στο Φως της Θε­ό­τη­τας και το α­κτι­νο­βο­λού­σε, ό­πως ο κα­θρέ­πτης α­κτι­νο­βο­λεί το φως το ή­λιου, με­τά α­πό το προ­πα­το­ρι­κό α­μάρ­τη­μα η αν­θρώ­πι­νη φύ­ση «… ἠ­μαυ­ρώ­θη …» (μουτζου­ρώ­θη­κε) και, ως εκ τούτου, α­πώ­λε­σε την ι­κα­νό­τη­τα της α­κτι­νο­βο­λί­ας του Α­κτί­στου Φω­τός. Μοιά­ζει συ­νε­πώς η αν­θρώ­πι­νη φύ­ση με­τά α­πό το προ­πα­το­ρι­κό α­μάρ­τη­μα με έ­ναν μου­τζου­ρω­μέ­νο κα­θρέ­πτη, που ε­νώ δι­α­τη­ρεί την ι­κα­νό­τη­τα να α­κτι­νο­βο­λεί το η­λια­κό φως, δεν μπο­ρεί πλέ­ον να λει­τουρ­γή­σει σω­στά, ε­ξαι­τί­ας της μου­τζού­ρας που κά­λυ­ψε την ε­πι­φά­νειά του. Με το θαύ­μα της Μεταμορφώσεώς Του ο Χρι­στός, έ­χον­τας, ως Θε­άν­θρω­πος, κα­θα­ρί­σει τη μου­τζού­ρα που εμ­πο­δί­ζει την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση να α­κτι­νο­βο­λεί το Φως της Θε­ό­τη­τας, ε­πέ­τρε­ψε στους τρεις μα­θη­τές Του να δουν για μί­α στιγ­μή το πώς ή­ταν το σώ­μα του αν­θρώ­που πριν α­πό το προ­πα­το­ρι­κό α­μάρ­τη­μα και το πως θα γί­νουν τα σώ­μα­τα των δί­και­ων αν­θρώ­πων με­τά α­πό την κοινή α­νά­στα­σή τους στην αι­ώ­νια Βα­σι­λεί­α του Θε­ού.
  2. Πολύ όμορφα διατυπώνει ο υμνογράφος τη συγκεκριμένη πτυχή της χριστιανικής διδασκαλίας στο α΄ Κάθισμα της ακολουθίας του όρθρου: «… Τὴν τῶν βροτῶν ἐναλλαγήν, τὴν μετὰ δόξης Σου Σωτήρ, ἐν τῇ δευτέρᾳ καὶ φρικτῇ, τῆς Σῆς ἐλεύσεως δεικνύς, ἐπὶ τοῦ ὄρους Θαβὼρ μετεμορφώθης …», δηλαδή «… Μεταμορφώθηκες, ω Χριστέ σωτήρα μας, πάνω στο όρος Θαβώρ, για να μας δείξεις, το πως θα γίνουν τα σώματα των θνητών ανθρώπων, όταν, ενωμένα με τη δόξα Σου, θα αναστηθούν κατά την ημέρα της φρικτής και δευτέρας παρουσίας Σου …».
  1. Κα­τά πα­ρό­μοι­ο τρό­πο στο α΄ Α­πό­στι­χο της ακολουθίας του ε­σπε­ρι­νού ο υ­μνο­γρά­φος α­να­φω­νεί: «… Ὁ πά­λαι τῷ Μω­σεῖ συλ­λα­λή­σας, ἐ­πὶ τοῦ ὄ­ρους Σι­νᾶ διὰ συμ­βό­λων· Ἐ­γὼ Εἰ­μί, λέ­γων, ὁ Ὤν, σή­με­ρον ἐπ᾽ ὄ­ρους Θα­βώρ, με­τα­μορ­φω­θεὶς ἐ­πὶ τῶν μα­θη­τῶν, ἔ­δει­ξε τὸ ἀρ­χέ­τυ­πον κάλ­λος τῆς εἰ­κό­νος, ἐν ἑ­αυ­τῷ τὴν ἀν­θρω­πί­νην, ἀ­να­λα­βὼν οὐ­σί­αν …»δη­λα­δή: «… Αυ­τός που, ως ασώματος Θε­ός, στα χρό­νια της Πα­λαι­άς Δι­α­θή­κης μί­λη­σε πά­νω στο ό­ρος Σι­νά με σύμβολα στον προ­φή­τη Μω­υ­σή, λέ­γον­τας· το ό­νο­μά Μου εί­ναι “Ε­γώ Εί­μαι αυ­τός που υ­πάρ­χει αι­ώ­νια”, σή­με­ρα, ως Θε­άν­θρω­πος, προσ­λαμ­βά­νον­τας την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση και με­τα­μορ­φού­με­νος πά­νω στο ό­ρος Θα­βώρ μπρο­στά στα έκ­πλη­κτα μά­τια των μα­θη­τών Του, μας έ­δει­ξε την αρ­χι­κή ο­μορ­φιά που, ως εικόνα του Θεού, εί­χε ο άνθρωπος, ό­ταν πριν α­πό το προ­πα­το­ρι­κό α­μάρ­τη­μα ή­ταν ε­νω­μέ­νος με το Δη­μι­ουρ­γό του…».
  1. Στο β΄ τέ­λος Α­πό­στι­χο της α­κο­λου­θί­ας του ε­σπε­ρι­νού, ο ι­ε­ρός υ­μνω­δός α­να­φέ­ρει: «… Ἐν το­ύ­τῳ γὰρ ἐ­πι­βὰς τῷ ὄ­ρει, Σω­τὴρ, με­τὰ τῶν μα­θη­τῶν Σου, τὴν ἀ­μαυ­ρω­θεῖ­σαν ἐν Ἀ­δάμ φύ­σιν, με­τα­μορ­φω­θε­ίς, ἀ­πα­στρά­ψαι πά­λιν πε­πο­ί­η­κας, με­τα­στοι­χει­ώ­σας αὐ­τήν, εἰς τὴν σὴν τῆς Θε­ό­τη­τος δό­ξαν τε καὶ λαμ­πρό­τη­τα …», δη­λα­δή: «… Για­τί α­νε­βαί­νον­τας πά­νω σε αυ­τό το βου­νό, ω Χρι­στέ σω­τή­ρα μας, μα­ζί με τους μα­θη­τές Σου και με­τα­μορ­φού­με­νος μπρο­στά στα έκ­πλη­κτα μά­τια τους, την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση, που σαν καθρέπτης μου­τζου­ρώ­θη­κε στο πρό­σω­πο του γε­νάρ­χη Α­δάμ, την έ­κα­νες να α­στρά­ψει και πά­λι, ό­πως συ­νέ­βαι­νε πριν α­πό το προ­πα­το­ρι­κό α­μάρ­τη­μα, με­τα­στοι­χει­ώ­νον­τάς την ά­τρε­πτα στην δό­ξα και την λαμ­πρό­τη­τα της Θε­ό­τη­τάς Σου …».
  1. Καλούμαστε σήμερα να ακολουθήσουμε τους τρεις μαθητές στην κορυφή του όρους Θαβώρ, δηλαδή στην απόκτηση της αληθινής θεογνωσίας, ώστε να καταστούμε μύστες του μυστηρίου της θέωσης του ανθρώπου και κοινωνοί της αιώνιας ζωής και της μακαριότητας που μας χαρίζει ο Θεός. «… Η Εκκλησία …», παρατηρεί ο μακαριστός γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ, «… δεν προσεύχεται περί αδυνάτων πραγμάτων …»· και προσκαλώντας μας στον αγώνα για την απόκτηση της αληθινής θεογνωσίας, προσθέτει: «… Απορρίψατε τον άδικον λογισμόν, ότι τούτο (η θεωρία του Ακτίστου Φωτός) είναι των εκλεκτών μόνον κλήρος, ο οποίος δύναται να φονεύση εντός ημών την αγίαν ελπίδα. Η αλήθεια, εις την οποίαν είναι αναγκαίον να στερεωθή η καρδία ημών, είναι ότι ο Κύριος ουδένα ερχόμενον προς Αυτόν εκβάλλει έξω και απορρίπτει (Ιωάν. 6,37). Πάντες ημείς άνευ εξαιρέσεως εκλήθημεν εις την ιδίαν τελειότητα. Ερευνήσατε μετά προσοχής όλην την ακολουθίαν της εορτής και θα ίδητε μετά ποίας δυνάμεως η Εκκλησία προσκαλεί και πείθει πάντας προς ανάβασιν εις το αψηλάφητον Όρος της νοεράς Θεοπτίας, δεικνύουσα ούτω σαφώς, ότι ουχί μόνον κατά την αρχαιότητα, ουχί μόνον εις τους Αποστόλους, ηυδόκησεν ο Κύριος να φανερώση την αυγήν της Θεότητος Αυτού, αλλά και κατά την διάρκειαν πάντων των αιώνων, έως έτι και των ημερών ημών, δεν έπαυσε και ουδέποτε θα παύση κατά την επαγγελίαν Αυτού να εκχέη την ιδίαν εκείνην δωρεάν επί τους ακολουθήσαντας Αυτόν εξ όλης καρδίας …». Και επειδή, αδελφοί μου, έτσι έχουν τα πράγματα: «… Δετε ναβμεν ες τ ρος Κυρουκα ες τν οκον το Θεο μνκα θεασμεθα τν δξαν τς Μεταμορφσεως ατοδξαν ς μονογενος παρ Πατρς· Φωτ προσλβωμεν Φςκα μετρσιοι γενμενοι τ πνεματιΤριδα μοοσιον μνσωμεν ες τος αἰῶνας …» (Δοξαστικό Λιτής). Γένοιτο Κύριε. Αμήν.

 

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ ΕΔΩ:

https://drive.google.com/file/d/19s-jQoKSq0RoIB5XZJyBijkxAeji5SRz/view?usp=drive_link 


Εκτύπωση   Email