“Time present and time past Are both perhaps in the time future And time future contained in time past” **
(T.S. Eliot)
«Δέν βλέπετε ἐδῶ καθόλου τόν ἥλιο», τοῦ παρατήρησα λυπημένη ἕνα χειμωνιάτικο πρωινό βλέποντάς τον νά στέκεται στό κατώφλι τοῦ μικροῦ του διαμερίσματος καί νά προσπαθεῖ νά ἀκολουθήσει μιά μικρή ἀντηλιά πού εἶχε εἰσχωρήσει στά δύο-τρία σκαλιά τοῦ ἀνήλιαγου ἰσογείου. «Ναί, κόρη μου», στρέφεται καί μοῦ λέει: «Δέν βλέπω καθόλου τόν ἥλιο…». Σωπαίνει γιά λίγο καί συμπληρώνει: «Ἔ, λέω, ὅταν πάω ἐπάνω, νά μπορῶ νά Τοῦ πῶ: «Βλέπεις, στερήθηκα τόν ἥλιο ἐκεῖ κάτω. Βάλε με, ἄν θέλεις, σέ κάποια γωνιά ἐδῶ πέρα…».



















